Νύχτα 99η

αμέθυστο ήταν, φοβήθηκε τον θάνατο το δόλιο, προχώρησε μέσα στο κρύο, καλύτερα λέει να μην πεθάνω απόψε, μπορεί τελικά και να’ ταν μεθυσμένο, ποιο σώμα δεν θέλει να πεθάνει απόψε;

Μικρές ιστορίες

και η συζήτηση- λέει- δεν σταμάτησε ποτέ και λέγαμε, χωρίς να το ξέρουμε, για το πώς χτίζεται τέλος πάντων η ζωή ανήμποροι να καταλάβουμε ότι οι αναμνήσεις της γεννιούνταν εκείνη τη στιγμή οι αναμνήσεις για τα πρόσωπα και τις εκφράσεις μας το πορτοκαλί φως του δρόμου

Καμία άλλη λύση

Καμία λύση παρά να αγκαλιαστούμε έτσι γυμνοί που μείναμε στη μέση -χωρίς να τρέχουμε να καλύψουμε τις τρύπες χωρίς να φωνάζουμε για το κρύο που μπαίνει-