Draft.
a literary studio
powered by {στίξη}

Το Draft είναι ένα λογοτεχνικό στούντιο φτιαγμένο από τα χεράκια της {στίξης}.
Γεννήθηκε από την επαφή μας με τη νέα λογοτεχνία που γράφεται αυτή τη στιγμή γύρω μας και από μια απλή ανάγκη: να βοηθήσουμε ένα βιβλίο να γίνει βιβλίο, από το μηδέν.
Το Draft δεν είναι εκδοτικός οίκος, αλλά είμαστε το στάδιο πριν από αυτό. Αναλαμβάνουμε όλη την προεργασία που χρειάζεται ένα βιβλίο μέχρι να είναι έτοιμο να πάρει τον δρόμο του για το τυπογραφείο: επιμέλεια, σελιδοποίηση, σχεδιασμό βιβλίου και εξωφύλλου, αλλά και πρακτικές συμβουλές για το τυπογραφείο και τη διαδικασία της έκδοσης.
Με λίγα λόγια, αν έχεις γράψει ένα βιβλίο και θέλεις να το (αυτο)εκδώσεις, αλλά δεν ξέρεις από πού να αρχίσεις, ξεκινάμε μαζί, από το πρώτο draft
μέχρι το τελευταίο αρχείο πριν την εκτύπωση.
—> Στείλε εδώ: stixh@yahoo.com
• Portfolio •
τεύχος μηδέν








Ίσως ο Έλιοτ δεν είχε απόλυτο δίκιο, όταν έλεγε πως ο κόσμος αυτός δεν θα τελειώσει με έναν κρότο, αλλά με έναν λυγμό. Όλο και πιο συχνά μοιάζει πως ο δικός μας κόσμος σήμερα θα τελειώσει μέσα σε απόλυτη σιωπή και αμηχανία, εκτεθειμένος σε ένα white noise effect που μας αφήνει ακίνητους στη μέση του δωματίου.
Μέσα στο τραγούδι του Kevin Morby, “Beautiful Strangers”, υπάρχει ένας δίστιχο που λέει: You’ve got a sweet voice, child / why don’t you use it? Κι αυτή η απλή, τρυφερή ερώτηση, που αποτέλεσε την αφορμή όλου αυτού του εγχειρήματος, κάθισε μέσα μας σαν κουκούτσι στο λαιμό, να ενοχλεί τις αδυναμίες μας τη στιγμή ακριβώς που προσπαθούμε να τις καταπιούμε. Γιατί δυσκολευόμαστε να γράψουμε ενώ έχουμε τόσα να πούμε, και γιατί αποφεύγουμε να μιλήσουμε, και πότε τα βράδια μας κατέληξαν τόσο σιωπηλά, και πώς θα σταματήσει αυτό το κουκούτσι να μας πνίγει;
Ο κόσμος τρέμει στα θεμέλιά του, όχι από μια βροντερή φωνή που τον ταράζει, αλλά από την απουσία της. Από στόματα που μένουν κλειστά, χέρια που δεν γράφουν και βλέμματα που αποφεύγονται. Δεν χρειάζεται να ξέρουμε ακριβώς τι να πούμε — αρκεί μια ιστορία, ένα ουρλιαχτό ή ένας ψίθυρος που δεν μπορεί άλλο να μείνει θαμμένος.
Κι αυτό το τεύχος είναι η δική μας απόπειρα να αποφύγουμε τον Μεγάλο Ύπνο, να τραντάξουμε λίγο το άνετο στρώμα μας, να δώσουμε ραντεβού στο κοινό έδαφος, να φτύσουμε αυτό που κάθεται στο λαιμό μας.
•••
Ιστορίες στο μπαρ








Κάποιοι θαμώνες γύρισαν και τον κοίταξαν, έτσι που στεκόταν εκεί σαν ραψωδός της ποπ κουλτούρας, σαν προφήτης που έρχεται μέσα από νέον φώτα. Η μορφή του είχε κάτι που δεν μπορούσε να εξηγηθεί. Κάποιοι άλλοι τον αγνόησαν τελείως και συνέχισαν την κουβέντα και το ποτό τους. «Οι νύχτες μας είναι αφόρητες», φώναξε κι ύψωσε το ένα χέρι του σε γροθιά. Το φως πίσω από την πλάτη του, το φως που κρεμόταν πάνω από τη μπάρα, τρύπωνε μέσα στις τρίχες της γενειάδας του αλλά άφηνε όλο το πρόσωπό του στη σκιά.
Ενώ έξω βρέχει ασταμάτητα όλη τη νύχτα, μέσα στο υπόγειο μπαρ όλα είναι ζεστά, σκοτεινά και λίγο θολά. Ένας άντρας βρίσκεται απόψε εκεί, όπως και κάθε βράδυ, στην ίδια θέση, πάντα χωρίς λεφτά και φαίνεται να έχει μόνο έναν στόχο: να ζητά από τους υπόλοιπους θαμώνες ένα δολάριο –ή ένα ποτό– σε αντάλλαγμα για μια ιστορία.
«…Είναι σημαντική η νύχτα μας
ή μήπως είναι μια ξεχασμένη στιγμή
μέσα στα χρόνια που θα περάσουν
μια σκηνή που μεγαλώνουμε στο κεφάλι μας
μόνο και μόνο για να καλύψει το χώρο
για να έχουμε κάτι να ψηλαφίζουμε στο σκοτάδι;
Η ρωγμή βαθαίνει το χρόνο
και τα σημάδια μας όσο πάνε και σβήνουν
κι αυτό
όσο κι αν δεν το βλέπουμε
είναι ο μεγάλος φόβος της νύχτας.»
•••
Μπέσι, 1561








•••
Όσα δεν πρόλαβα να σου πω












Θεωρώντας ως εφαλτήριο ζωής τη γέννηση, ακολουθούμε την πορεία ενός εν δυνάμει ανθρώπου· κάθε πράξη είναι κι ένα διαφορετικό ηλικιακό στάδιο το οποίο αλληλεπιδρά με το ήθος και τις αξίες του.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του κειμένου, μια φωνή υπαγορεύει και συμβουλεύει χωρίς όμως να γίνεται αντιληπτή ως εξωγενής η ενδογενής.
Ένα «άκομψο» τέλος θα εναρμονίσει τις δύο υπάρξεις –φωνή και άνθρωπος– και το ιδεατό κάτοπτρο του χρόνου θα φέρει σε παραλληλία τις δύο μορφές.
•••
όστρακα



Πάντα τα όστρακα είχαν μια γοητεία και ένα μύθο, ότι μέσα τους κρύβουν μαργαριτάρια. Τα δικά μου όστρακα ίσως να κρύβουν απλά μια ευαισθησία, κάτω ακριβώς από το κέλυφος. Εύχομαι λοιπόν τα όστρακα να σταθούν αφορμή για να έρθει κανείς σε επαφή με την πλευρά εκείνη που φοβάται να αγγίξει.
•••
εικοσιτέσσερις νύχτες







Οι εικοσιτέσσερις νύχτες είναι οι κορυφογραμμές μιας πορείας που διανύθηκε από το καλοκαίρι του 2018 έως το καλοκαίρι του 2019. Θα μπορούσαν πολύ εύκολα να είχαν όλες γραφτεί στη γαλαρία του τελευταίου 608 την ώρα που διασχίζει την Ακαδημίας, όμως γράφτηκαν –κυρίως– σε έναν ξεχαρβαλωμένο φοιτητικό καναπέ που κι ο ίδιος πάσχιζε να εμπεδώσει την απουσία.
•••
Generation 404








Άλλοτε πατώντας σε δύο βράχους σαν τον Κολοσσό της Ρόδου κι άλλοτε τρέχοντας να περάσουμε μέσα από δύο βράχους –πέτρες Συμπληγάδες– η γενιά μας άλλοτε ακουμπά και γεφυρώνει δύο αιώνες και δυο χιλιετίες κι άλλοτε παλεύει να βγάλει τη μέρα.
Ποιο είναι το έδαφος που πατάμε, τι μας κρατά το βράδυ ξάγρυπνα, τι μας σηκώνει νωρίς το πρωί; Τι πάει να πει γενιά και τι πάει να πει μετάβαση; Και πώς μπορούν όλα αυτά άλλοτε να ακουμπάνε πάνω στις λέξεις κι άλλοτε να τρέχουν να ξεφύγουν απ’ αυτές;
Σίγουρα μιλώντας για εμάς μέσα από τα γραπτά μας μιλάμε και για την γενιά μας, αλλά ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για τη γενιά μας, τη γενιά των millenials, τη γενιά της μετάβασης, που γνωρίζει και την κασέτα στο ραδιόφωνο και το Spotify, που γνωρίζει και τη δισκέτα και το Drive, που γνωρίζει και ξεχνάει πολλά, που πίνει μπύρες με την ίδια ευκολία που όλα μπορούν να γίνουν δύσκολα και που μπορείς να της προσάψεις χίλια δυο άλλα, όπως το να γράφει ποίηση και να κάνει sexting παράλληλα, αυτή τη γενιά, αυτής της γενιάς, αυτή η γενιά.
•••
They Could Have Danced All Night



Νέα Ορλεάνη,1959. Ένας μυστηριώδης οικοδεσπότης διοργανώνει ένα μυστικό πάρτυ με πολύ συγκεκριμένους καλεσμένους. Εκείνοι φτάνουν μην έχοντας την παραμικρή ιδέα γιατί βρίσκονται εκεί, ποιους θα συναντήσουν ή πώς θα καταλήξει η βραδιά. Το μόνο που γνωρίζουν είναι το αρχικό του ονόματος του άντρα που τους κάλεσε: Τ. Ωστόσο ο κύριος Τ. δεν βρίσκεται πουθενά˙ είναι μόνοι τους σε ένα σπίτι χωρίς οικοδεσπότη.
