Ενθουσιασμοί


Movie Break

Να καταργήσουμε το καλοκαίρι

μας έφτανε η θάλασσα
κι ένας καλός ύπνος το μεσημέρι
τώρα δεν έχουμε
τι να κάνουμε τα χέρια μας
πιάνουμε βιβλίο αφήνουμε βιβλίο
πιάνουμε σώμα αφήνουμε σώμα

-στα λόγια ο Νίκος Σταϊκούλης

Δεν βγαίνει έτσι

τα κύματα να μένουν ακίνητα και βουβά
έχεις δει πόσο τρομακτικό θέαμα
είναι μια ακίνητη θάλασσα;
ακίνητη αναγραμματισμός του ανίκητη
το ‘ριξα στις λεξιπλασίες

-στα λόγια ο Νίκος Σταϊκούλης

Όμως τα μάτια

Όμως τα μάτια μου
όταν σε βρήκαν
λες κι ανακάλυψαν επιτέλους
τη μόνιμη θέση τους

Απέναντι

Η ποίηση σε δελεάζει
με την εξομολόγηση και τα τσιγάρα.
Σου λέει:
«Έλα μπες, καλωσήρθες.
Κάπνισε όσα τσιγάρα θέλεις.
Μα δεν σε ρώτησα, καπνίζεις;
Θα καπνίσεις.

Μπλε

Με τον καιρό το έμαθα,
έδωσα το όνομά του
κι όλοι μου έλεγαν:
«το ψάρι σου είναι μπλε και πρέπει να το αλλάξεις.»

Φράτζαϊλ

όταν φοβόμαστε γι’ αυτά που
ψιθυρίζουμε στον εαυτό μας
τότε ένα εκκωφαντικό
κρακ
ακούγεται μπροστά στα μάτια μας

Κενή Διαθήκη

Θα καταστρέψουμε ξανά ό,τι χτίστηκε
μα δεν διαθέτουμε τρεις μέρες.

Το βάρος των λέξεων

τώρα που βγήκαν με κομμένη την ανάσα
γυμνώθηκαν μεμιάς στο φως
άχνισαν οι μανδύες και τα στέμματα
έπεσαν τα μαλλιά τους

Ηχώ

Χτύπησα, όπως μου είπες, την πόρτα
αλλά δεν άνοιξε κανείς.
Ζήτησα το νερό, όμως κανείς δεν με ξεδίψασε.

Στροφή

Μετά από τόσες εμπειρίες,
μετά από το ταξίδι,
ο άνθρωπος σε όποιον τόπο και να φτάσει
Ιθάκη θα τον πει.

Δοκίμιο για την ποίηση

Το ποίημα δε χωρά πουθενά για να το πάρεις δικό σου
και η ποίηση για να μονολογείς πως τη γνωρίζεις.

Η απώλεια

Τα πρόσωπα άλλαξαν
κι έχουν κάτι παράξενα μάτια τώρα πάνω τους,
ξύλινα,
που δεν λένε την αλήθεια.

Όταν περάσει

Απόψε θα κοιμηθώ νωρίτερα,
πάντα θα κοιμάμαι νωρίτερα,
θα κοιμηθώ για πάντα

Μονάχα πέτρες

Όμως, ποτέ τους οι νέοι ταξιδιώτες
δεν έφτιαξαν δικό τους τοίχο.
Μονάχα ψήλωσαν αυτόν
που θεμελίωσαν οι πρώτοι.

Κήπος

Στη στιγμή που
δεν είχε νόημα,
γιατί και η επόμενη ήταν ολοδική μας,
το αύριο
θα το περνούσαμε
μ’ ένα γέλιο,
με μια γκριμάτσα,
με μια γκρίνια

Το κάδρο

Σε κείνο το παλιό, το ξύλινο τραπέζι,
στο κάδρο τον ακούν δυο γνώριμα παιδιά,
τους λέει πώς συνήθιζε πολύ παλιά να παίζει
κοιτάζοντας τα μάτια που έμεναν σταθερά.

Στο στενό

Κοιτάζει μακριά, νευρικά
πότε απ’ τη μία πότε απ’ την άλλη
κι όλο κουνιέται πέρα δώθε
κι όλο λες κάτι περιμένει
κι αυτό να δεις
ποτέ δεν έρχεται.