-ένας νόστος από την Χρύσα Αβούρη
Γιατί το λέω τραίνο? Γιατί ακούγεται πιο παλιομοδίτικο.
Γιατί μ’αρέσει να παίρνω το τρένο? Γιατί είναι πιο παλιομοδίτικο.
Γιατί η γέρικη ψυχή μου είναι ευτυχισμένη να κάθεται στην τελευταία θέση του βαγονιού και να παρατηρεί· τις στάσεις του συρμού, τις συζητήσεις του κόσμου, τις εκφράσεις του, τις σκέψεις του.
Ναι μ’αρέσει να φαντάζομαι τι μπορεί να σκέφτεται η σκεπτική κυρία απέναντί μου ή ο τρομαγμένος κύριος στη γωνία.
Άλλοι απορροφημένοι στο κινητό, στη μουσική, άλλοι στο βιβλίο τους, άλλοι στη συζήτησή τους κι άλλοι στις σκέψεις τους.
Ο καθένας τόσο εκεί αλλά και τόσο στον κόσμο του.
Συνεπιβάτες αλλά και άγνωστοι.
Κοιτάς, παρατηρείς, σε κοιτάνε κι εσένα, σε παρατηρούν όμως?
Κι αν όπως παρατηρώ τον βαριεστημένο νέο στη γωνία και σκέφτομαι τι μουσική να παίζει στα ακουστικά του και τι τον κάνει να έχει αυτή την κάπως αγανακτισμένη και απογοητευμένη έκφραση στο πρόσωπο του, με παρατηρεί και εκείνος και σκέφτεται γιατί με κατακλύζει η απορία;
Μπορεί τόσο εύκολα να ξεκινήσαμε να μιλάμε χωρίς να ανταλλάξουμε κουβέντα;
Μπα, αδύνατον, θα ήταν πολύ καλύτερος ο κόσμος αν επικοινωνούσαμε τόσο απλά.
Συνεχίζοντας λοιπόν την παρατήρησή μου, μ’αρέσει να διαλέγω μια πόρτα του συρμού και να βλέπω κάθε νέο επιβάτη· νέα πρόσωπα να σπάνε τη ρουτίνα.
Με ενοχλούν οι καινούριοι επιβάτες.
Είναι λες και μπαίνουν ξένοι στο σπίτι μου.
Με όσους ξεκινήσαμε μαζί το ταξίδι είμαστε ένα, μοιράστηκα τόσες σκέψεις μου μαζί τους -κι ας μην το έμαθαν ποτέ- δεν μπορεί να έρχονται καινούριοι και να παρεμβάλλονται στη σχέση μας.
Και πάντα, όταν κάποιος από τους πρώτους κατέβει, γεννιέται η απορία για το πού πηγαίνει έτσι βιαστικά?
Και έρχεται η στιγμή που όλοι οι παλιοί έχουν φύγει και έχεις μείνει εσύ μεταξύ αγνώστων.
Και τι να κάνεις τώρα?
Δε φτάνει ο χρόνος για να γνωριστείτε ξανά.
Οπότε έρχεται η εύκολη λύση, αρχίζεις να κρίνεις.
Τους κατηγορείς που δεν είναι όπως οι παλιοί.
Δε θα τους εμπιστευτείς ποτέ, δε θα τους μιλήσεις ποτέ, δε θα τους θυμάσαι καν.
Και πριν το καταλάβεις έφτασες στη στάση σου, ήρθε η ώρα να κατέβεις και με χαρά βγαίνεις από το βαγόνι, φεύγεις μακρυά από τους αχρείους αυτούς αγνώστους και χάνεσαι ανάμεσα στο πλήθος, εκεί που είσαι κι εσύ ένας άγνωστος.
Και πού ξέρεις, ίσως άφησες πίσω, μέσα σε εκείνο το βαγόνι κάποιον να αναρωτιέται που πας τόσο βιαστικά…
