Η υδρορροή


-στα λόγια ο Γιάννης Πολυβώτης

Δεν έχω αξιωθεί ακόμα να βάλω φυτά στη βεράντα. Όταν μετακόμισα εδώ, σ’ αυτό το διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου μιας αδιάφορης πολυκατοικίας της Αθήνας, κοντά στην Πλατεία Αττικής, η βεράντα ήταν σε κακό χάλι. Αν εμπιστευτώ τις αφηγήσεις του κυρίου Διονύση, του διαχειριστή της πολυκατοικίας, πάνε δώδεκα χρόνια από τον θάνατο των προηγούμενων ενοίκων, ενός ηλικιωμένου ζευγαριού που πέθανε στον ύπνο του. Πρώτα έφυγε ο κύριος Κώστας και μια βδομάδα μετά τον ακολούθησε η κυρία Ευτέρπη, η γυναίκα του. Εκείνη ήταν σοβαρά άρρωστη, αλλά τον περίμενε υπομονετικά. Όφειλε να πεθάνει εκείνος πρώτα. Μετά την κηδεία του άντρα της, η κυρία Ευτέρπη αέρισε το σπίτι της μήπως ξεφορτωθεί τη μυρωδιά του θανάτου, καθάρισε σχολαστικά το φορτωμένο διαμέρισμα απ’ άκρη σ’ άκρη, τακτοποίησε τα υπάρχοντά τους όπως έκανε πάντα, μαγείρεψε το διάσημο μαϊντανάτο κοκκινιστό της, πότισε τα φυτά της βεράντας, και ξάπλωσε νωρίς, να πεθάνει κι εκείνη με την ησυχία της.

Ο καιρός πέρασε, τα φυτά της βεράντας ξεράθηκαν προ πολλού. Μετά την οριστική αναχώρηση του ηλικιωμένου ζεύγους, τα παιδιά τους δεν επέστρεψαν ποτέ στην Πλατεία Αττικής. Δεν ξεσκάρταραν το γονικό νοικοκυριό ούτε επισκεύασαν ορισμένες από τις αστοχίες του μεταπολεμικού κτηρίου. Δεν τράβηξαν καν τα συρόμενα παντζούρια της βεράντας. Το διαμέρισμα απέμεινε άδειο από ανθρώπους, γεμάτο όμως με έπιπλα και κάθε λογής αντικείμενα, πλέον ορφανά και άσκοπα. Πέρασαν ήδη έξι μήνες από τη μέρα που εγκαταστάθηκα εδώ. Μου πήρε αρκετές βδομάδες μέχρι να επαναφέρω το διαμέρισμα σε ένα υποφερτό επίπεδο κατοίκησης. Το μεγαλύτερο μέρος του νοικοκυριού κατέληξε στο πεζοδρόμιο και στις καρότσες των τρίκυκλων που αλωνίζουν τη νέα μου γειτονιά. Δεν ξέρω πόσο καιρό θα μείνω εδώ. Έχω αλλάξει αρκετά διαμερίσματα και περιοχές τα τελευταία χρόνια, αλλά δε με πτοεί αυτή η κατάσταση. Δε με ενδιαφέρει να ριζώσω σε έναν χώρο, ούτε όμως μπορώ να κάθομαι άπραγος περιμένοντας τους επόμενους τέσσερις τοίχους.

Η βεράντα δε χρειάστηκε σοβαρά μερεμέτια. Καθάρισα με σκληρή βούρτσα το ροζ μωσαϊκό δάπεδο, έβαλα νέο πανί στον μεταλλικό σκελετό της τέντας, πέταξα τις σαπισμένες γλάστρες, το ξεραμένο χώμα και τα σκουπίδια που οι δυνατοί αέρηδες έφεραν ως εδώ πάνω. Έβαψα τις σκουριασμένες καρέκλες και το τραπέζι φερ φορζέ που βρήκα παραταγμένα δίπλα στον εξωτερικό τοίχο και έβαλα νέους λαμπτήρες στα δύο άσχημα μαύρα φαναράκια. Βιάζομαι να τελειώσω όσες περισσότερες εργασίες μπορώ, πριν φτάσουν οι ζέστες του καλοκαιριού, για να αφήσω τις υπόλοιπες για το φθινόπωρο. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα καταπιαστώ τότε με τα κηπουρικά της βεράντας. Δεν αντέχω την ασχήμια της πόλης μου, ελπίζω να με παρηγορήσουν λίγες γαρδένιες, καμέλιες και αζαλέες που θέλω να φυτέψω.

Ο όροφός μου έχει όλα κι όλα δυο διαμερίσματα, ρετιρέ. Η βεράντα είναι ενιαία, τη χωρίζει όμως ένας χαμηλός μεσότοιχος πάνω στον οποίο είναι στερεωμένα ένα αδιάφανο πολυκαρβονικό φύλλο και ένα παλιό λούκι, μια υδρορροή σε τεθλασμένη διάταξη που οδηγεί τα νερά –όμβρια και μη– από το δώμα στον δρόμο. Στο δώμα δε μένει κανείς παρά μόνο μια ντουζίνα χοντροκομμένες γλάστρες, με θάμνους και μικρά δέντρα, τις οποίες φροντίζει ο κύριος Διονύσης. Για να γλιτώσει μάλιστα το καθημερινό ανέβα–κατέβα, έχει εγκαταστήσει αυτόματο σύστημα ποτίσματος με χρονοδιακόπτη που λειτουργεί κάθε απόγευμα, στις οκτώ ακριβώς. Στην αρχή ακούγεται το ψιθύρισμα του νερού που εφορμεί στοργικά στο φύλλωμα των φυτών και στη συνέχεια ο σπασμωδικός θόρυβος της πτώσης στο έδαφος μέσω της μεταλλικής υδρορροής. Η συνεχής ροή εξασθενεί σταδιακά, καταλήγει σε ένα αργόσυρτο κροτάλισμα που διαρκεί κάμποση ώρα, που σχεδόν με εκνευρίζει.

Δίπλα στον μεσότοιχο και την υδρορροή, στο διπλανό διαμέρισμα, ζει μια γαλλόφωνη οικογένεια μεταναστών από την Ακτή Ελεφαντοστού. Ένα νεαρό ανδρόγυνο, ο Γιάπο και η Κουσό, μαζί με το παιδί τους, τον Σέκα, που πρέπει να είναι εννιά ή δέκα χρονών. Φιλήσυχοι Αφρικανοί που ήρθαν να ζήσουν εδώ πριν λίγα χρόνια και που πληρώνουν τα κοινόχρηστα στην ώρα τους, σύμφωνα με τον κύριο Διονύση. Δε γνωρίζουν αγγλικά ή ελληνικά και δε γνωρίζω γαλλικά. Κάθε προσπάθεια επικοινωνίας μαζί τους περιορίζεται σε χαμόγελα, εκφραστικά βλέμματα και άγαρμπες κινήσεις του σώματος. Ζε–μα–πελ–Ζαν ήταν τα μόνα γαλλικά που κατάφερα να αρθρώσω όταν τους πρωτοσυνάντησα. Ο κύριος Διονύσης δεν ξέρει πώς ήρθαν στην Ελλάδα, ή από πού κατάγονται. Το πρώτο δεν το έμαθα ποτέ, το δεύτερο όμως μου το είπε ο Γιάπο ο ίδιος. ΚοτΙβουάρ, Κοτ–Ιβουάρ, έλεγε και ξανάλεγε δείχνοντάς μου με το χέρι του πρώτα τον ουρανό προς τον νότο και έπειτα τον εξωτερικό τοίχο των διαμερισμάτων μας, χρώματος ανοιχτού μπεζ, ή αλλιώς χρώματος ιβουάρ.

Η Κουσό και ο Γιάπο έχουν ακόμα δύο παιδιά εκτός από τον Σέκα. Τα έχω δει σε κάτι μικρές φωτογραφίες που φυλάνε σε ένα μικρό πλαστικό κουτί. Μου δείχνουν τις φωτογραφίες και τα μάτια τους γυαλίζουν, τα πρόσωπά τους σκληραίνουν απότομα. Δεν τολμάω να ρωτήσω πού βρίσκονται σήμερα τα δύο παιδιά, είναι από εκείνες τις ερωτήσεις που κανείς αποφεύγει να κάνει. Τις καθημερινές λείπουν και οι τρεις όλη μέρα, δεν τους βλέπω και δεν τους ακούω σχεδόν ποτέ, παρά μόνο αργά το βράδυ που επιστρέφουν σπίτι και κάθονται μια–δυο ώρες στη βεράντα. Τα σαββατοκύριακα όμως δε φεύγουν ποτέ από το διαμέρισμά τους. Καθαρίζουν, συμμαζεύουν, μαγειρεύουν, ακούν μουσική και συζητούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, ή στο τηλέφωνο. Τους έχω δώσει αρκετά σκεύη και μικρά έπιπλα, αντικείμενα που βρήκα εδώ και δε χρειάστηκα ποτέ. Μου έδωσαν και εκείνοι αρκετούς τόμους μιας ελληνικής ιστορικής εγκυκλοπαίδειας, μάλλον τους βρήκαν στο διαμέρισμά τους και λυπήθηκαν, ή φοβήθηκαν, να πετάξουν. Άλλες φορές, όποτε μαγειρεύω μεγάλες μερίδες φαγητού, τις μοιράζομαι μαζί τους. Μου έχουν δώσει και εκείνοι αρκετές φορές να δοκιμάσω ακπεσί, ένα πιάτο με μελιτζάνα και ψάρι που καθόλου δε μου αρέσει, αλλά που ποτέ δεν έχω αρνηθεί να πάρω. 

Είκοσι δύο Ιούνη απόψε, Σάββατο, μεγάλωσαν πολύ οι μέρες. Κάθομαι στη βεράντα και παρατηρώ την Αθήνα. Ένα ακατάστατο μωσαϊκό από πολυκατοικίες, δορυφορικά πιάτα, καμινάδες και ηλιακούς θερμοσίφωνες. Στο βάθος μπροστά μου, σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων, διαγράφεται ο βράχος της Ακρόπολης και ο Παρθενώνας. Χιλιοταλαιπωρημένος, μπλεγμένος στα αγκάθια μερικών κεραιών τηλεόρασης που μεσολαβούν ανάμεσά μας. Στα αριστερά, δυο φλούδες γης, μία του Λυκαβηττού και μία του Υμηττού, μου υπενθυμίζουν τα όρια μιας πόλης που δυσφορεί με το σώμα της. Συννεφόκαμα σήμερα, άπνοια και μια σχετική απογευματινή ησυχία. Ακούγεται κυρίως μια συστάδα γλάρων –λες και γελούν μαζί μου– και η εξ αποστάσεως συνομιλία δύο γυναικών από τα μπαλκόνια τους, οι οποίες παράλληλα ποτίζουν τις γλάστρες τους. Στο διπλανό διαμέρισμα, η οικογένεια των τριών Ιβοριανών κάθεται στη βεράντα. Σιωπηλοί και άκεφοι –μαζί με εκείνους κι εγώ–, μάλλον μελαγχολικοί ή κουρασμένοι, μάλλον βυθισμένοι στις αναμνήσεις τους. Στις οκτώ ακριβώς ακούγεται από το δώμα ο ήχος του αυτόματου ποτίσματος του κυρίου Διονύση. Τον ακολουθεί λίγο αργότερα το αέναο κροτάλισμα του νερού μέσα στη μεταλλική υδρορροή. Με αναστατώνει έτσι όπως πέφτει, σταγόνα–σταγόνα. Σαν τον ρυθμικό βηματισμό ενός παιδιού που έχει χάσει τον δρόμο του, που σιγά–σιγά ξεμακραίνει και χάνεται οριστικά. Ώσπου δεν ακούγεται πλέον καθόλου.

Σχολιάστε