–στα λόγια η Μάρα Τραχανατζή
Μέσα σου ζει και μεγαλώνει ένας κήπος.
Κάθε φυτό έχει άλλες ανάγκες που δεν καταφέρνεις να τις αφουγκραστείς όλες.
Κάποια φυτά τα ποτίζεις τακτικά, τους δίνεις άπλετο φως, τα χαϊδεύεις.
Κι άλλα τ΄ αφήνεις σε μέρη σκιερά, με όσο νερό ζητιανέψουν οι ρίζες τους από το χώμα.
Περιμένουν στωικά τη βροχή που έρχεται όταν απελπίζεται η θλίψη σου.
Είναι και κάποια που ζουν στη σκιά των άλλων αλλά δε φυτοζωούν, τα φύλλα τους είναι μεγάλα, ολοζώντανα και καταπράσινα.
Μέσα στην υγρή τους ευτυχία σε αγνοούν, μέσα στην τακτοποιημένη σου ρουτίνα τα αγνοείς κι εσύ.
Δε φύτεψες όλους τους σπόρους με τα χέρια σου, είναι κι αυτοί που τους έφερε ένας άνεμος όταν κοιμόσουν ή όταν ονειροπολούσες.
Τα αγριολούλουδα σου. Οι αντάρτες σου.
Αυτά που ό,τι κι αν γίνει θα αντισταθούν στη φθορά, στη δίψα, στις ριπές του όποιου ανέμου.
Θα ανθίσουν όποτε θέλουν εκείνα.
Ξεχνιέσαι μέσα σ΄ αυτόν τον κήπο, έχεις πάντα κάτι να κάνεις, κάτι να κλαδέψεις, κάτι να διορθώσεις, κάτι να προβλέψεις ή να ξεριζώσεις.
Να πετάξεις τα σάπια φύλλα, να θαυμάσεις το νέο φυλλαράκι που τώρα ξετυλίγεται και μπροστά σου μόνο αποκαλύπτεται.
Κάποιες φορές η νύχτα γίνεται μεγάλη κι αρχίζει ο κήπος να βαθαίνει.
Γίνεται ένα μέρος τρομακτικό, με θροΐσματα και ψιθύρους, με σκιές και απορίες,
αμφιβολίες σε σπρώχνουν όλο πιο βαθιά στο σκοτάδι και δε βρίσκεις το δρόμο να γυρίσεις.
Φοβάσαι ότι αν μείνεις λίγο ακόμα δεν θα ΄χεις οξυγόνο να αναπνεύσεις.
Πάντα όμως ξημερώνει. Η δροσιά του πρωινού σε ζωντανεύει και σε γεμίζει πάλι με ελπίδα.
Τη σκέφτεσαι με το που ανοίγεις τα μάτια σου.
Θες να της πεις ότι τα φύλλα έγιναν τέρατα κι οι ρίζες τους γλιστρούσαν πάνω σου σα φίδια.
Όμως τώρα ξημέρωσε.
Ξέρεις πόσο αγαπάει το ξημέρωμα.
Θες να της πεις ότι είναι το αγριολούλουδο σου.
Θες να ακούσεις το τρίξιμο της καγκελόπορτας,
να ΄ρθει σα φύλλο που τώρα μόλις γεννιέται και ξεδιπλώνεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια σου
και να πάρει πάλι ο κήπος σου τη μυρωδιά της.
–φωτογραφία από Pinterest–
