Ποιητική συλλογή «Πρώτη δημοτικού και άλλα» του Νίκου Παπάνα (Εκδόσεις Ιωλκός)


-στα λόγια η Γεωργία Κοκκινογένη

«Έλεγα μια μέρα βλέποντας τα αστέρια: -ας μπορούσα να γίνω τρανός κι εγώ ως τα αστέρια να πετάξω, ως τα αστέρια ν ανεβώ. Ξάφνου βλέπω έν’ αστεράκι που να μου χαμογελά. Μάθε, μου έλεγε, παιδάκι πως στ’ αστέρια, κι απ’ τα αστέρια πιο ψηλά φτάνει εκείνος που μαθαίνει να δουλεύει, ν’ αγαπά. (Ποίημα της Α΄ δημοτικού)»

Ο Νίκος Παπάνας εκδίδει την ποιητική του συλλογή «Πρώτη δημοτικού και άλλα» (Εκδόσεις Ιωλκός, 2019) χρόνια μετά την πρώτη γραφή της. Πολλά απ’ τα ποιήματα έχουν ενηλικιωθεί στο χρόνο. Άλλα πάλι έρχονται να «συμπληρώσουν» την αδιαμφισβήτητη αθωότητα της πρώτης δημοτικού. Ο τίτλος καλά μελετημένος, με βάση την ειρωνική διάθεση του ποιητή προς τον εαυτό του και την ποίησή του. Curriculum vitae του γράφοντος; Ένα εφηβικό λεύκωμα που επιμελείται ο λόγιος της παρέας; Η χαρτογράφηση συναισθημάτων; Ο ενθουσιασμός, η αγωνία, η αδημονία, ο φόβος, η παρόρμηση, η χαρά και η λύπη μαζί, η απογείωση που φέρνει την πτώση, η απόφαση που οδηγεί στη ματαίωση, το θάρρος που γίνεται σαρκασμός, η εκλογίκευση που προσδοκά την καταξίωση, η αναστάτωση που αποζητά τη σταθερότητα, μια ησυχία που δεν προλαβαίνει να ολοκληρωθεί, γιατί βρίσκει στο δρόμο της κι άλλα όνειρα κι άλλες ελπίδες κι άλλες μυρωδιές, χρώματα, γεύσεις, ήχους, εικόνες.

Στην πρώτη δημοτικού μπαίνεις καμαρωτός και με ψηλά το κεφάλι: όλα καινούρια. Κι εσύ καινούριος. Η φωνή καθάρια και απαιτητική. Σκοντάφτει και πέφτει. Είναι φορές που πληγώνεται. Μα πώς μαθαίνει κανείς να ισορροπεί στο ατίθασο άτι που αναφέρει ο ποιητής; Χτυπώντας… Το πρωτάκι μπαίνει σε περιπέτειες. Τα παθήματα μαθήματα. Παίρνει όμως και τα πρώτα εφόδια. Το ξεκίνημα, η όρεξη για τα δύσκολα. Και η εξιδανίκευση κοντά στη ματαιοδοξία. Κομμάτια του πρώτου μέρους θυμίζουν τα θρυλικά γκράφιτι των θρανίων: αγάπες, φιλίες, πρότυπα, αναστεναγμοί, ανέκφραστοι πόθοι, καημοί, σκέψεις και αξίες που υιοθετούνται και γρήγορα καταρρίπτονται. Αναδεικνύονται άλλες τελειότητες, άλλες αναζητήσεις. Μέχρι οι μαθητές να φύγουν από το σχολείο και να βρεθούν αντιμέτωποι με τα δικά τους χαρτιά που συγκρατούν τις σημειώσεις και αποτυπώνουν ό,τι εκφράζεται, προκαλώντας τον ποιητή να πάρει ό,τι έχει φυλαχτεί στο συρτάρι του και να το μεταμορφώσει σε κάλλος, τέχνη και αιωνιότητα.

Τα πράγματα δεν είναι εύκολα: η εμπειρία, η ευαισθησία, η ρέμβη και ο παλμός της ψυχής έχουν να βρουν μνήμες, παραστάσεις, βιώματα, υλικά για να μετενσαρκωθούν καλλιτεχνικά και ο νεαρός, ο ονειροπόλος μαθητής να μετέλθει σε διαβασμένο και εργατικό ποιητή που σέβεται τον εαυτό και το κοινό του. Και προπαντός ρυθμούς και μέτρα, κανόνες φιλολογικούς. Η άγρια νιότη δαμάζεται από την καλλιέπεια, οι ανθρώπινες σχέσεις εμπνέουν τον ταλαντούχο μελετητή και από τις μεγάλες τάξεις του δημοτικού βρισκόμαστε στη φάση ειδημοσύνης του στίχου.
Ήδη στο «Αναπόδραστο» ο ποιητής λαμβάνει θέση: μετά την ψυχραιμία επικρατεί η ταχύτητα της γραφομηχανής. Το κελάρυσμά της θα τα ξεπλύνει όλα. Στο δεύτερο μέρος της συλλογής οι θάλασσες δεν υπάρχουν πια. Ο αναγνώστης ξεγελιέται πως η προσγείωση φέρνει την τάξη των πραγμάτων. Χρεωκοπημένοι έρωτες καταλήγουν στην παραίτηση; Φαίνεται πως είναι ψέμα. Κανέναν δεν πείθει η ηθελημένη αποκαρδίωση.



Το «Παραλήρημα» θέλει να μας παρασύρει σε άδοξη νοσταλγικότητα. Επίμονες καταγγελτικές αναφορές στον έρωτα μοιάζουν σαν ξόρκια («Απεξάρτηση», «Ανωριμότητα») με απόγειο το ομωτικο: «Εσχάτη Πλάνη». Ευφυείς ελιγμοί του ποιητή για ανασυγκρότηση. Ακατασίγαστη δύναμη της ψυχής αφήνει τα λυπηρά υποκοριστικής σημασίας ουσιαστικά και ξαναπιάνει δάκτυλους και ανάπαιστους. Ποιος θα πιστέψει αυτόν που – πολυάσχολος – μειδιά σε γεγονότα απ’ τα παλιά και ξανανεβαίνει στο ιπτάμενο χάλι της ποίησης, για να φτιάξει έναν άλλο μύθο καινούριο και να τον μεταδώσει.

Τα δύο μέρη τελειώνουν με την περιγραφή της μεγάλης πια μαθήτριας που προβάλλεται ως αντικείμενο πόθου. Εδώ ο έρωτας έχει δέρμα, καμπύλες, και είναι γνώριμα ελκυστικός, συγκεκριμένος και πραγματικός. Αστέρια, άγγελοι, ουρανοί, θάλασσες, φεγγάρια δεν έχουν ρόλο μπροστά στη θωριά της γυναικείας μορφής που βρίσκεται πια στην ώρα της. Τη δεύτερη φορά που εμφανίζεται βρίσκεται σε ανοιξιάτικο πλαίσιο και δη στυλιζαρισμένη, ερωτική παρόλα αυτά. Φαίνεται πως η άνοιξη για τον ποιητή παίρνει την πρωτοκαθεδρία στον έρωτα, όπως φαίνεται και από τις πολλές φορές που απαντά σε τίτλους ποιημάτων.

Ακολουθώντας διαδρομές άλλων ποιητών που τιμούν τον έρωτα, μας ταξιδεύει στον πύργο του Ντουίνο, μέρη εξωτικά και ποιητικά μαζί, να νιώσουμε τη μυσταγωγία της ποίησης και στο τέλος να ξαναβρεθούμε μπροστά στο λίκνισμα της γήινης θηλυκής ομορφιάς. Σαν έναν αρχαίο ελληνικό ναό που του επιτίθενται οι κατακτητές, τον βανδαλίζουν επιδρομείς, τον ερειπώνουν σεισμοί, ιεροσυλούν οι άπιστοι, όμως εκείνος παραμένει άφθαρτος: έτσι κι ο έρωτας, έτσι κι η αγάπη παραμένει αναλλοίωτη μπροστά στον άνθρωπο που πάσχει, αλλά ανασηκώνεται και ξαναστήνει ενέδρες να ξαναπιάσει στα δίχτυα του αυτήν την ίδια την αγαπημένη του γυναικεία ύπαρξη. Γιατί το συστατικό είναι ένα για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης: η αγάπη για τη ζωή, που είναι γένους θηλυκού.

-Η Γεωργία Κοκκινογένη είναι Φιλόλογος-ανθρωπολόγος
και εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.-

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s