-στα λόγια ο SideliK_2 /
στη φωτογραφία o @godspeecs
Σαλταρισμένοι γελαδάρηδες ρουφάν λιωμένα κέρματα.
Μασκαρεμένοι φτωχοδιάβολοι ξεχνάν πως ζεις απ’ έξω.
Διατάζουν, δικάζουν, πουλάνε κι αγοράζουνε στα μπαμ
με το που βρουν πεδίο ελεύθερο.
Γνωστό το παραμύθι μα δε παύει να επιδρά σα φιλμ νουάρ.
Κανείς δε γέλασε στο τέλος, μόνο δάκρυ, μύξες και κακό.
Λερώσαμε το σώβρακο εμπιστευόμενοι την άπιστη πορδή.
Πόσο πιο χαμηλά να συρθώ;
Μου φωνάζουν «Βούλωσέ το! Τι προσπαθείς να πετύχεις;»
Καλά λένε, η γλώσσα που λανθάνει λέει καυτές αλήθειες.
Μη με διακόπτεις με το που τσάκωσα τον ειρμό μου απ’ την τσέπη!
Ξέρουνε οι κυράδες τις πομπές και δεν τις μαρτυράνε.
Ενδιάμεσοι, τούτοι οι τσαρλατάνοι.
Κερατωμένοι σύντροφοι, αντίγραφα γονιών και φίλων.
Η Σπιναλόγκα θα ξανανοίξει για τους ταξικά λεπρούς,
πρακτικά αθάνατους, διόλου καταραμένους μισανθρώπους.
Μύρισε καμένο γάλα, το μωρό μου θα μείνει ατάιστο.
-Σεισάχθεια παρακαλώ!
Νηνεμία και λαχτάρα βιώνουν όσοι αποκηρύσσουν δαύτες.
Όλα είναι θέμα φόκους, θα σου πουν με στόμφο παιδιά
με αίμα χρυσό.
Μαζέψαμε τα λάφυρα λοιπόν συγκεντρωμένοι στο δέντρο,
τυφλοί
μπροστά σε δάσος πετσοκομμένο λες και ζεις στον Αμαζόνιο.
Ένα μεγάλο Λ για τους λούζερς.
Κι ένα τεράστιο Ε για τους απανταχού ευτυχισμένους.
Δίχως μαλλιά, παχύ.
Έτσι θέλω τον δράκο μας που θα ’ρθει να λυτρώσει.
Μ’ ένα παράπονο –το δάκρυ– της κυρά Μαριώς για επιταγή.
Δέσμιε λύσε τα δεσμά!
