Η αγκαλιά του μπαμπά


-ένας νόστος από την Μαρία Τζωρτζάκη

Ζέστη παλιά από λάμπα υγραερίου μέσα σε μια φωτογραφία
Και από κουβέρτες καρό, μήνα Φλεβάρη
Θροΐζουν κάτι φύλλα λεμονιάς κι ένα ταξίμι σε ρε μινόρε ακούγεται
Από εκεί που έρχομαι

Ο τόπος μου
Το χώμα της γης μου
Περιφραγμένο από τα πασσαλάκια της πορτοκαλί σκηνής
Και μετά ένα αεράκι θερμό στου καλοκαιριού τις μεσημεριανές κουρτίνες

Η αγκαλιά σου
Όχι σαν εκείνες που σφίγγουν και διαμελίζουν, μα ορατή είτε αόρατη τριγύρω μου ραμμένη
Το μέρος που μεγάλωσα
Οι συντεταγμένες μου, οι μόνες που με ταξίδευαν ενώ στα πόδια μου μόλις που στεκόμουν

Τρυφεράδα και ένα καπέλο τζόκεϊ, φορεμένο λάθος σε όλα τα άλλα κεφάλια
Το αβέβαιο της ύπαρξης
Κάτι σαν την απαλλοτρίωση μιας αυλής του ’50
Σαν ένα αποσυρμένο μπλε φιατάκι που ονειρευόταν να γίνει λιμουζίνα

Η αγκαλιά σου άνοιξε και μ’ άφησε να τρέξω μακριά
Παιδί -εγώ ή εσύ- που φοβισμένο αντικρίζει τον κόσμο ή που ξεφεύγει από το χέρι της μάνας του και τρέχει σε αλάνες
Κι εγώ με τη δική μου, στην άκρη, να θυμάμαι τον τόπο μου και ν’ αναπολώ το κοντά που κατοίκησα ακούγοντας την πατρική ανάσα

Κι ύστερα εσύ που μάκρυνες
Μα οι τόποι δεν μακραίνουν
Φεύγουν, μόνο εμείς αν φεύγουμε από εκείνους
Εσύ, μπαμπά, είσαι ο τόπος μου
Τα χέρια σου είναι σπίτι
Εδώ μένω

Σχολιάστε