-ένας νόστος από την aurora blanc
Όταν βρίσκεσαι σε μια πόλη ξένη, χάνεσαι.
Κι αυτός ο χαμός είναι διττής σημασίας.
Αποπροσανατολίζεσαι, δεν ξέρεις πού πατάς και πού βρίσκεσαι.
Και σίγουρα, σε ρουφά στη δίνη της
όσο την περπατάς.
Γιατί, κακά τα ψέματα,
τα έμπλαστρα έχουν στολίσει όμορφα
τις αποδείξεις που πασχίζεις να κρύψεις.
Οι στιγμές μας μετρώνται σε μερικές «βίβες»,
σε φιλιά και αγκαλιές στη Ροτόντα,
σ´ ένα βλέμμα που σταματά το χρόνο.
Οι στιγμές μας γίνονται όλο και ομορφότερες
όταν τις μοιράζεσαι.
Σαν το φαγητό ένα πράγμα.
Τα τσιγάρα δημιουργούν με την ώρα
παραπάνω χώρο στο πακέτο
(ας πάμε να κρυφτούμε πίσω απ´ τα φιλτράκια)
και οι μπύρες παραπάνω χώρο
στο μπουκάλι
(ας κολυμπήσουμε μαζί, γυμνοί και μόνοι).
Τα γέλια που ηχούν πιο πολύ
κι από κόρνες στην Αγίου Δημητρίου
και την Τσιμισκή,
δίνουν λίγη δόση μαγείας
και ευτυχίας που δεν ήξερες
πως χρειαζόσουν,
μα στην πραγματικότητα είχες ανάγκη.
Ο απολογισμός αυτής της συνθήκης
δεν ξέρω ποιος ακριβώς είναι.
Σίγουρα όμως ξέρω πώς ένιωσα.
«Δεν σ´ έχω νιώσει πιο ήρεμη
και πιο χαρούμενη», μου λένε
κι εγώ τους απαντώ: «ισχύει».
