«Το κοινωνικοπολιτικό εμπεριέχεται σχεδόν πάντα στο ατομικό τραύμα»


-λόγια και ερωτήσεις από την Ισμήνη Κατσάβαρου

Έχει μια στρόφιγγα ο οδυρμός
που όλο την πιλατεύω
αν την ανοίξω ίσως πνιγούμε
αν πάλι όχι, τότε σίγουρα

του Βαλάντη Μάστορα

Πέμπτη απόγευμα. Κατεβαίνω Ασκληπιού στην Πολιτεία. Έχω συνηθίσει τα περισσότερα βιβλία να τα προμηθεύομαι από εκεί. Η ποιητική συλλογή που είχε καρφωθεί στο μυαλό μου αυτήν την φορά, ήταν η «Μοναξιά περίστροφα» του Βαλάντη Μάστορα. Θεωρώ ότι δεν διαλέγουμε εμείς τα βιβλία, αλλά εκείνα εμάς. Το χέρι υπακούει στην εντολή που του δίνει η ανάγκη μας για απαντήσεις / το υποσυνείδητο εκλιπαρεί να επανατοποθετηθεί στο συνειδητό. Κάθε φορά, προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που με ωθεί να επιλέξω ή να αγνοήσω μια κατάσταση, ένα βιβλίο ή μια συνθήκη. Καταλήγω, ότι μάλλον η φαινομενικά ασυνείδητη επιλογή μου / ψάχνει απαντήσεις στην δική της αυτοέρευνα.

Πριν προλάβω, να φτάσω σπίτι, το βιβλίο έχει διαβαστεί με την πρώτη ενθουσιώδη ανάγνωση, μέσα στην θέση του λεωφορείου. Έχουν τσακιστεί οι σελίδες με τα αγαπημένα ποιήματα / και έχουν οικειοποιηθεί μέσα μου. Η μοναξιά δημιουργείται σε ένα πλαίσιο βαθιά προσωπικό και κοινωνικό. Οι σελίδες νιώθω ότι κάνουν τραμπάλα μεταξύ τους και οι λέξεις προσπαθούν να κρυφτούν από αυτές / ή να συγκαλυφθούν από την νοηματοδότηση της ανολοκλήρωτης και βαθιάς υπαρξιακής κρίσης που βιώνει το άτομο από αυτήν ή η κοινωνία, εξελίσσοντας και τροφοδοτώντας την. Με αφήνει ένοχη ή συνένοχη στο πολιτικό τοπίο / άλλοτε ιδεολογικά αηδιασμένη και άλλοτε παρακμάζουσα στη διφορούμενη επιφανειακή συνθήκη που έχω επιλέξει να επιβιώνω.

Συζήτηση με τον Βαλάντη Μάστορα


Πώς νιώθεις όταν βλέπεις την ποιητική συλλογή πλέον με σάρκα και οστά στο ράφι ενός βιβλιοπωλείου; Το συναίσθημά σου έχει μετακινηθεί από την πρώιμη αναφορά του;

Δεν μπορώ να πω ότι έχω αντιληφθεί ακόμα πλήρως το γεγονός της έκδοσης, οπότε εξακολουθώ να διατηρώ έναν ενθουσιασμό. Είναι αρκετά συγκινητικό, γιατί με την έκδοση αισθάνομαι ότι κλείνει ένας μεγάλος κύκλος προσπάθειάς μου με τη γραφή, η οποία δεν αφορά μόνο το βιβλίο αλλά τη συνολικότερη εξάσκησή μου με την ποίηση ως τώρα. Κατά τ’ άλλα, έχει ενδιαφέρον για εμένα ο τρόπος που αρχίζει ν’ αλλάζει η αυτοεικόνα μου σε σχέση με τη γραφή, λόγω της έκδοσης. Αν και απασχολούμαι από πολύ μικρή ηλικία με το γράψιμο, πλέον καλούμαι να συστήσω και να υποστηρίξω δημόσια αυτή την πλευρά μου, γεγονός που με ωθεί να συγκροτήσω καλύτερα και τη συγγραφική μου ταυτότητα, αλλά και τη σχέση μου με τη γραφή γενικότερα.

Πες μας λίγα λόγια για την συγγραφική διαδικασία. Ήταν επίπονη;

Για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, χρειάστηκε για ένα μεγάλο διάστημα ν’ ακολουθήσω ένα πρόγραμμα συστηματικής γραφής, το οποίο ήταν αρκετά εξαντλητικό γιατί καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του ελεύθερου χρόνου μου. Από ‘κει κι έπειτα, αυτό που μου φαίνεται πάντοτε επίπονο με τη συγγραφή, είναι πως πρόκειται για μια διαδικασία για την οποία πρέπει να καταβάλω πολύ μεγάλη προσπάθεια, χωρίς να είναι ποτέ σίγουρο ότι θα υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα. Το ποίημα είναι πάντα μια αναμέτρηση και τις περισσότερες φορές, προσωπικά χάνω. Οπότε, είναι αρκετά επίπονο από ένα σημείο κι έπειτα, να προσπαθείς να διατηρήσεις την αυτοπεποίθησή σου γνωρίζοντας ότι το πιο πιθανό είναι να αποτύχεις. Βέβαια, όλο αυτό είναι και μια πολύ ζωντανή διαδικασία και πάντοτε όταν ολοκληρώνεται ένα ποίημα ανταμείβομαι.

Η εκδοτική διαδικασία πλέον είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Πώς το βίωσες;

Αυτή θεωρώ πως είναι μια μεγάλη συζήτηση. Για εμένα ήταν σημαντικό ο εκδοτικός να επιλέξει το βιβλίο μου με κριτήρια κυρίως λογοτεχνικά. Από εκεί κι έπειτα, όταν ο εκδοτικός προτείνει αλλαγές στο έργο, εκεί θέλω τα κριτήρια να είναι αυστηρά και μόνο λογοτεχνικά. Ευτυχώς το εκδοτικό τοπίο δεν είναι ενιαίο και υπάρχουν παραδείγματα εκδοτικών που αντιστέκονται στις πρακτικές της άνευ όρων εμπορευματοποίησης ενός έργου, ακόμα κι αν αυτά είναι λίγα. Οπότε, απ’ τη στιγμή που διασφάλισα τα παραπάνω, όλη η υπόλοιπη διαδικασία κύλησε ιδιαίτερα ομαλά.

Ένα έργο για να εκδοθεί, περνάει από διάφορα στάδια διόρθωσης, μέχρι να φτάσει στο τελικό. Νιώθεις ότι αποτελεί ένα είδος αλλοίωσης και παρέμβασης για τον καλλιτέχνη;

Όχι, θεωρώ πως όλα αυτά τα στάδια μπορούν να βοηθήσουν ένα έργο να συγκροτηθεί καλύτερα. Αδιαμφισβήτητα τον πρώτο και τελευταίο λόγο πρέπει να τον έχει ο δημιουργός, απλά ταυτόχρονα, ο δημιουργός είναι και ο πιο άμεσα εμπλεκόμενος σε συναισθηματικό επίπεδο με το έργο και αυτό πολλές φορές μπορεί να μην είναι ο πιο σωστός οδηγός. Προϋπόθεση βέβαια πάντοτε, σε συνέχεια και όσων ανέφερα προηγουμένως, είναι όλα αυτά τα στάδια διόρθωσης να γίνουν με πρόθεση συνεισφοράς προς το έργο και όχι λόγω εξωλογοτεχνικών κριτηρίων, όπως η εμπορική απήχηση, κλπ.

Η σημερινή εποχή, με την ανεξέλεγκτη άνοδο των διαδικτυακών πλατφορμών και ό,τι αυτό σημαίνει, πιστεύεις ότι ευνοεί τον καλλιτέχνη να αναδείξει το έργο του;

Θα έλεγα πως η προδιάθεσή μου απέναντι σε τέτοιες πλατφόρμες είναι κυρίως θετική. Με ενδιαφέρει πολύ ο τρόπος που αλλάζουν το συγκεντρωτικό παράδειγμα ενημέρωσης και προβολής. Μπορούμε πλέον με μεγάλη ευκολία να επικοινωνούμε μια σειρά από δράσεις που πλαισιώνουν το έργο μας, όπως παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, αναγνώσεις, κλπ., χωρίς να είναι απαραίτητη η στήριξη από κάποιο παραδοσιακό μέσο. Απ΄την άλλη, έχω κάποιους ενδοιασμούς όσον αφορά το έργο αυτό καθ’ αυτό. Για παράδειγμα, αν μιλήσουμε συγκεκριμένα για ένα ποιητικό βιβλίο, πολύ συχνά σε τέτοιες πλατφόρμες τα ποιήματα προωθούνται αποκομμένα χωρίς το ευρύτερο συγκείμενό τους (context), κινδυνεύοντας έτσι κατά τη γνώμη μου, να καταλήξουν ιδιαίτερα μονόπλευρα. Βέβαια, θεωρώ πως και αυτό έχει την αξία του, δεν το λέω μηδενιστικά. Κάθε στίχος που καταφέρνει να παρεισφρήσει στους γρήγορους ρυθμούς της καθημερινότητάς μόνο κέρδος μπορεί να είναι, απλά αν εξαντλείται εκεί η επαφή μας, νομίζω πως δεν επαρκεί.

Θεωρείς ότι υπάρχει ρομαντισμός σήμερα ή ότι έχει αλλοιωθεί η ύπαρξή του;

Ερμηνεύοντας τον ρομαντισμό που αναφέρεις ως την ανάγκη για αντίσταση στην κυνικότητα μιας εποχής, θεωρώ πως υπάρχει, ναι. Απλά, ίσως ο ρομαντισμός να είναι μια ποιότητα που διαχρονικά διατηρείται κυρίως από τις μειοψηφίες και όταν παρατηρούμε μακροσκοπικά μια κοινωνία τείνουμε να βλέπουμε την έλλειψή του. Προσωπικά έχω μεγάλη πίστη στις μειοψηφίες, οπότε εστιάζοντας εκεί, βλέπω ότι ο κόσμος ακόμα διακατέχεται από την ανάγκη να εξεγερθεί απέναντι στις καταπιέσεις του, ακόμα επιμένει να εκφράζει την αλληλεγγύη του, ακόμα προσπαθεί να μην συμβιβάζεται με την εποχή, κλπ. Σίγουρα υπάρχει μια γενικότερη αίσθηση αποπροσανατολισμού λόγω της έλλειψης ισχυρών αφηγημάτων της εποχής μας, αλλά ο ρομαντισμός ως αντανακλαστικό νομίζω πως εξακολουθεί να διατηρεί τον δυναμισμό του.

Η δεύτερη λέξη του τίτλου «περίστροφα» σηματοδοτεί την στροφή ενός σώματος γύρω από τον εαυτό του, με την απτή σημασία του. Μια συνεχής κυκλική και εκ πρώτης άποψης καθορισμένη διαδρομή. Τι αποτελεί και επιτελεί για εσένα;

Χαίρομαι πολύ για την ανάγνωσή σου. Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο τίτλος έχει λάβει αρκετές, διαφορετικές ερμηνείες, με κάθε μία να ξεκλειδώνει κάτι παραπάνω στο νόημά του. Για εμένα η λέξη «περίστροφα» έχει διπλή ανάγνωση. Αφενός λειτουργεί ως επίρρημα, σηματοδοτώντας μ’ αυτό τον τρόπο μία έννοια κυκλικότητας και ταυτόχρονα ως ουσιαστικό, ως όπλο δηλαδή, τονίζοντας έτσι και τη γενικότερη διάθεση του βιβλίου. Από ‘κεί κι έπειτα, θα προτιμούσα να μην προχωρήσω βαθύτερα στην ανάλυση και να το αφήσουμε έτσι, σαν ένα ημιλυμένο αίνιγμα, γιατί νομίζω ότι από ένα σημείο και μετά οι στίχοι χάνουν την ισχύ τους στην προσπάθεια μας να τους κατανοήσουμε με ακρίβεια.

Η ποιητική συλλογή διακατέχεται έντονα από το ατομικό τραύμα που εξελίσσεται στο κοινωνικοπολιτικό. Σαν έναν διαρκή παραλληλισμό τού μέσα και του έξω. Θεωρείς ότι υπάρχει σχέση μεταξύ τους;

Θεωρώ πως το κοινωνικοπολιτικό εμπεριέχεται σχεδόν πάντα στο ατομικό τραύμα. Τα προσωπικά μας τραύματα είναι, φυσικά, δικά μας, αλλά ταυτόχρονα φέρουν εγγενώς και τη βία, τις καταπιέσεις, τις ιεραρχίες, κλπ., του υπάρχοντος κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Επομένως, μου φαίνεται ιδιαίτερα μονομερές να σκέφτομαι την ατομική μου κατάσταση αγνοώντας την ευρύτερη συνθήκη στην οποία λειτουργώ. Από εκεί κι έπειτα, στο συγκεκριμένο βιβλίο επιχειρώ να οριοθετήσω και να μιλήσω και για ένα είδος  κοινότητας — την κοινότητα όλων εκείνων που βιώνουν τον προσωπικό τους πόνο σε μια συνθήκη ατομικής και συλλογικής ήττας, που επιβιώνουν μόνοι, που αισθάνονται αφόρητα τη μοναξιά τους και που παλεύουν σε αυτή τη συνθήκη να διατηρήσουν μία ελάχιστη ελπίδα εξέγερσης. Επομένως, ήταν και συγγραφικά μία συνειδητή μου επιδίωξη να μην επιμείνω μόνο στην ατομική κατάσταση, αλλά να συμπεριλάβω και τη συλλογική. Υπό αυτή την έννοια, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο είναι και ο τόπος, όπου εντός αυτού αλλά και απέναντι σ’ αυτόν, συγκροτείται μια τέτοια κοινότητα.

Ας προδώσουμε έναν στίχο. Γράφεις: «Το ζήτημα δεν ήταν ποτέ η ετυμηγορία, αλλά το πώς θα γίνει ν ’ανθίσουν τα λουλούδια δίχως καθόλου φως». Θα  προσθέσω εδώ έναν αγαπημένο στίχο της Ο. Λαζαρίδου: «Πώς να εμπιστευθείς φως / Που δεν έχει ξεπηδήσει από βαθύ σκοτάδι / Αφού αυτό είναι κατά βάθος το φως / Μια νίκη». Τελικά το σκοτάδι αποτελεί προϋπόθεση για το φως; Τι σημαίνουν αυτές οι έννοιες για εσένα; Αποτελούν μεταβλητό στοιχείο;

Αντιλαμβάνομαι ότι είναι καταπραϋντικό να σκεφτόμαστε πως το σκοτάδι αποτελεί προϋπόθεση για το φως, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται περισσότερο υποφερτή η ύπαρξή του και ίσως εκφράζεται έμμεσα κι ένας οπτιμισμός, ότι το φως εν τέλει θα έρθει. Επίσης, σίγουρα μια εκτεταμένη συνθήκη σκοταδιού μπορεί να δημιουργήσει τέτοια καταπίεση και απόγνωση, που να προκύψουν εν τέλει και οι συνθήκες για την αμφισβήτησή του. Προσωπικά όμως, προσπαθώ να σκέφτομαι πως δεν υπάρχουν αναγκαίες προϋποθέσεις για το φως. Θεωρώ σημαντικό να σκεφτόμαστε το φως ως πράξη. Έτσι τονίζεται και η ευθύνη πως αν δεν πράξουμε, το σκοτάδι θα παραμείνει σκοτάδι.

Κατά την διάρκεια της συγγραφής και της έκθεσης που εμπεριέχει ένα τέτοιο λογοτεχνικό βήμα, υπήρχε κάποια αμφισβήτηση που να έπρεπε να υπερνικήσεις ή να συμβαδίσεις μαζί της;

Ο τρόπος που γενικά βιώνω τη συγγραφή της ποίησης, είναι ως μια συνεχή διαδικασία αυτοαμφισβήτησης και αυτοϋπέρβασης. Γράφω δηλαδή κάτι και τη στιγμή που αρχίζω να αισθάνομαι οικεία με αυτό, το αμφισβητώ και προσπαθώ να το γράψω καλύτερα και ούτω καθεξής. Αυτό δεν τελειώνει ποτέ, απλά εκ των πραγμάτων κάποια στιγμή αποφασίζω να βάλω μια τελεία. Οπότε, απ’ τη στιγμή που εκδόθηκαν αυτά τα ποιήματα, πρέπει συνεχώς να συμβαδίζω με την αμφισβήτηση που νιώθω γι’ αυτά κάθε φορά που καλούμαι να τα διαβάσω, χωρίς να μπορώ πλέον να κάνω κάτι. Κατά τ’ άλλα, ακόμα μαθαίνω να συμβαδίζω με την αμηχανία μου να εκτίθεμαι δημόσια, όπως για παράδειγμα συμβαίνει αυτήν ακριβώς τη στιγμή.

Δεν μου αρέσουν οι κατηγοριοποιήσεις, οπότε μου απαντάς όπως νιώθεις. Την χρησιμοποιώ για να αναδείξω ίσως τα δύο πιο χιλιοειπωμένα ρεύματα που αναδύονται από μια τέτοια ερώτηση. Η ποίηση αποτελεί για εσένα κάτι αμιγώς συγκεκριμένο, πάνω στο οποίο έχει επέλθει συγγραφική δουλειά, γλωσσική ωρίμανση και αποτύπωση διφορούμενων κρυμμένων νοημάτων ή αποτελεί ένα καθημερινό στοιχείο που ανασυγκροτείται από μια χαρτοπετσέτα ή ακόμα και μέσα σε ένα λεωφορείο;

Θεωρώ πως ισχύουν και τα δύο, όμως για εμένα λειτουργεί κυρίως το πρώτο. Μπορεί δηλαδή μέσα στην καθημερινότητά μου να υπάρξει κάποιο ερέθισμα που να με κάνει να σκεφτώ έναν στίχο ή μια ιδέα, αλλά ο κύριος όγκος της εργασίας μου θα γίνει όταν θα έχω το χρόνο και τη συγκρότηση να κάτσω στο γραφείο μου και να προσπαθήσω να γράψω ένα ποίημα. Για την ακρίβεια, τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει καν κάποιο συνειδητό ερέθισμα. Απλά κάθομαι και προσπαθώ διαμέσου της γλώσσας και μόνο να γράψω κάτι.

Όσον αφορά την γλώσσα που χρησιμοποιείς, επιλέγεις τις λέξεις ή των συνδυασμό αυτών ανάλογα με την σημασιολογική δύναμη που εκπέμπουν, την αισθητική ή και την φωνολογική διάσταση; Διστάζεις να χρησιμοποιήσεις λέξεις που κάπως θα λέγαμε ότι έχει επέλθει πάνω τους ένας πνευματικός κορεσμός; Πώς λειτουργεί σε εσένα;

Όταν επιλέγω τις λέξεις μου, με ενδιαφέρει κυρίως η σημασιολογική ένταση του στίχου. Επιπρόσθετα μπαίνουν διάφορα ζητήματα, όπως για παράδειγμα ο ρυθμός ή αν μου αρέσει οπτικά το ποίημα. Τώρα, τέτοιες κορεσμένες πνευματικά λέξεις που αναφέρεις, όπως το σκέφτομαι είναι πιθανό να τις συνδύαζα με λέξεις από τελείως ετερογενή γλωσσικά περιβάλλοντα προκειμένου να προκύψει ένα ανανεωμένο αποτέλεσμα. Γενικότερα, εμένα με αφορά οι λέξεις μου να συνδυάζονται έτσι ώστε να προκαλείται ένα αναγνωστικό ξάφνιασμα, οπότε οποιαδήποτε λέξη ή διατύπωση θα μπορούσε να υπηρετήσει αυτόν τον σκοπό, θα μπορούσα και να την χρησιμοποιήσω.

Υπάρχουν δημιουργοί ή έργα από οποιαδήποτε μορφή τέχνης, που να έχουν κρατηθεί στο μυαλό σου και να έχουν δημιουργήσει μια σχισμή;

Ναι, φυσικά. Μένοντας στην ποίηση, συνειδητοποίησα ότι αυτή με αφορά μέσα από τους στίχους του Κώστα Καρυωτάκη και της Κατερίνας Γώγου. Αργότερα, ανακάλυψα την Νεολιθική Νυχτωδία στη Κροστάνδη και σοκαρίστηκα ανεπανόρθωτα από τη γλώσσα και τον τρόπο του Νίκου Καρούζου. Όσο κι αν απομακρύνομαι με τον καιρό αναγνωστικά από αυτούς, με έναν τρόπο αποτελούν πάντοτε τους προσωπικούς μου οδοδείκτες.

Μπορείς να επινοήσεις μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο έργο του ή συμπορεύονται μαζί στο μυαλό σου;

Δεν είναι πάντοτε εύκολο αλλά γενικά προσπαθώ να διαχωρίζω τα πράγματα. Οι άνθρωποι είμαστε αντιφατικοί και ατελείς και συνήθως στην πράξη, δεν ανταποκρινόμαστε στις προσδοκίες των άλλων. Το έργο απ’ την άλλη, όπως το βλέπω, είναι κάτι που ξεφεύγει απ’ τις προθέσεις του δημιουργού και περιέχει αρκετό χώρο για να βάλει ο καθένας τον εαυτό του. Οπότε, προσπαθώ να κρίνω αν ένα έργο με αφορά ως τέτοιο και ταυτόχρονα, να κρίνω τον δημιουργό ως δημόσιο πρόσωπο. Βέβαια, αυτή η προσέγγιση ίσως είναι πιο εύκολη αν μιλάμε για δημιουργούς του παρελθόντος. Αν για παράδειγμα ο κοινωνικός ρόλος, οι απόψεις, οι πράξεις, κλπ., ενός δημιουργού που λειτουργεί στο εδώ και το τώρα, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τον προσωπικό σου κώδικα ηθικής και ιδεών, δεν ξέρω κατά πόσο είναι δυνατό να μην επηρεαστεί και η πρόσληψη του έργου του. Σε κάθε περίπτωση όμως, εμένα η θέση μου είναι να εστιάζω στο έργο.

Αν υπήρχε κάποιο soundtrack για την ποιητική συλλογή, ποιο θα ήταν αυτό; Ή ενδεχομένως αν υπήρχε κάποιο τραγούδι στα αυτιά σου την χρονική περίοδο που την έγραφες.

Για κάποιο συγκεκριμένο soundtrack δεν θα μπορούσα να πω γιατί με τη μουσική δύσκολα μπορώ να δείξω αυτοσυγκράτηση και να επιλέξω μόνο ένα. Σε γενικές γραμμές, σχεδόν πάντα όταν γράφω ακούω ατέλειωτη μουσική, η οποία έχει αρκετά μεγάλες αποκλίσεις. Ενδεικτικά, στο συγκεκριμένο βιβλίο συνεισφέραν πολύ τα πιάνα του Rachmaninoff, τα έγχορδα του Shostakovich, η ηλεκτρονική μουσική των Polar Inertia και του Die Arkitekt, καθώς και η συμφωνική ραπ του Beats Pliz.

Σχολιάστε