του αρέσει περισσότερο η σκοτεινή πλευρά της σελήνης


-ένα όραμα από τον Νίκο Σταϊκούλη

Η πίσω πλευρά της φόρμας του, έχει γίνει μούσκεμα έτσι όπως ακουμπάει με τον κώλο, σχεδόν καθιστός, στον νεροχύτη της κουζίνας. Τριγυρνά ένα τσιγάρο στο χέρι του, το περνά μέσα από τα δάχτυλα, το χτυπά με το φίλτρο στο χέρι του για να στρώσει, ενώ ο λαιμός του ακόμη βράζει ολόκληρος, κι ενώ ο λαιμός του δεν θέλει άλλο, αυτός βάζει το τσιγάρο στο στόμα και το ανάβει ήσυχα. Δεν είχε πάρει ανάσα πιο πριν, όλη η τζούρα αντικαθιστά το αναγκαίο οξυγόνο κι ο λαιμός αποκοιμιέται αμέσως, δεν έχει άλλο παράπονο για σήμερα, αύριο πάλι. Αφήνει το κεφάλι του να πέσει πίσω για να αποφύγει τον πονοκέφαλο και μικροσκοπικές φωνές πουλιών, ένα λάστιχο που ξεχύνεται στο δρόμο και το υγρό πλατάγισμα των φύλλων που κουνιούνται από τον αέρα, εισβάλλουν μέσα από το παράθυρο πίσω του σαν κύμα, με τον τρόπο εκείνο που ξέρει η πόλη να δείχνει πως ακόμη κοιμάται και δεν είναι πρέπον να διαταράξεις τον ύπνο της. Το φως είναι ακόμη πολύ πολύ χαμηλά κι όλη την προηγούμενη εβδομάδα/πίνει/την είχε περάσει με την επιθυμία να ξυπνήσει πριν να βγει ο ήλιος, να επαναλάβει παλιότερες μέρες.

Τα πράγματα δεν χωρούσαν πλέον στο δωμάτιο. Η καρέκλα μπροστά στο γραφείο είχε γεμίσει με ρούχα χρησιμοποιημένα, το γραφείο το ίδιο είχε γίνει ένα πεδίο συγκέντρωσης αποδείξεων, σκουπιδιών, εγγράφων προς ταξινόμηση που δεν είχα σκοπό να ταξινομήσω ποτέ. Την τελευταία μία εβδομάδα είχα κοιμηθεί σε αυτό το δωμάτιο μονάχα ένα βράδυ, κι αυτό με κλάματα, που δεν μπορούσα να σταματήσω μέχρι που με πήρε ο ύπνος. Μπήκε μέσα η μητέρα: «Παιδί, μείνε και λίγο στο σπίτι σου, το δωμάτιο εγώ για σένα το έχω φτιάξει, θα έλεγε κανείς πως θες απλά να με στεναχωρήσεις.» Εντάξει, αλλά/για να σταματήσει/το δωμάτιο είναι γεμάτο βρωμιά, όλα μου τα σεντόνια, όσο κι αν τα πλένω, έχουν λεκέδες από κλάματα ή μια μαύρη απόχρωση, καλύτερα μια μαύρη σκίαση, που δεν λένε να φύγουν με τίποτα και δεν είναι εύκολο να ξαπλώνεις σε τέτοια σεντόνια. Άνοιξα το μικρό βιβλίο που διάβαζα τότε: ένα βιβλίο τσέπης με μαύρο εξώφυλλο και μικρά παραμύθια με ζωγραφιές στο εσωτερικό του. Διάβασα «Τα καλύτερα Χριστούγεννα του Κάπτεν Λίγδα»: «Για δώρο τα Χριστούγεννα του πήραν μια νέα στολή, άσπρη, σιδερωμένη, άνετη και ζεστή. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά, για να την καμαρώσει, με μαύρες λίγδες και βρωμιές, την είχε ήδη λερώσει». Έσφιξα τη μούρη μου, έκλεισα ξανά το βιβλίο κι άρχισα να στοιβάζω σε κούτες πράγματα, ξεκινώντας από τα πεταμένα ρούχα.

Μαζεύει ένα ένα τα άδεια μπουκάλια από τον πάγκο της κουζίνας και τα στοιβάζει σε μια μεγάλη τσάντα σκουπιδιών. Το τσιγάρο καπνίζει μισό στο τασάκι γεμίζοντας τον χώρο με καπνό σαν λιβάνι, σαν να επρόκειτο για μια λειτουργία του που έχει στόχο να σε βάλει σε κάποια θρησκευτική έκσταση. Μπουκάλια από μπύρες, τζιν, ουίσκι, πλαστικά μπουκάλια από πρεζόκρασα, μέσα σε ένα από τα οποία έχει μείνει ακόμη λίγο κρασί. Ξεβιδώνει το καπάκι, το μυρίζει, βάζει τη γλώσσα του και γλείφει μια μικρή σταγόνα που έχει ξεμείνει ψηλά. Το απομακρύνει, το κοιτάζει λίγο πιο μακριά/το φως/και το πετά στα σκουπίδια ψάχνοντας για το επόμενο. Γυρίζει στο θρησκευτικό του θυμίαμα, που αποκλείεται να μυρίζει ως μέσα στο υπνοδωμάτιο, πράγμα που σημαίνει ότι έχει μερικά ακόμη λεπτά ησυχίας, κι ενώ ρουφάει ανοίγει το ραδιόφωνο και το σβήνει αμέσως, γιατί η πόλη κοιμάται και δεν θέλει να διαταράξει ούτε τον δικό της ύπνο. Γυρνά ξανά στην υγρή πηγή της φόρμας του κι αφήνει το βλέμμα του να πέσει προς το τραπέζι.

«Μα έτσι λειτουργεί ο κόσμος μας!», φωνάζει η Ε., γελάει και κατεβάζει ό,τι έχει μείνει απ’ το ποτήρι κατευθείαν στο λαρύγγι της. Δεξιά της, πίσω από τον τοίχο, στο σαλόνι, ακούγεται κακός χαμός. Από τη θέση μου, σχεδόν καθιστός στον νεροχύτη της κουζίνας, παρακολουθώ τα πόδια μου να προχωρούν και να βγαίνουν στο μικρό χολ, το μεγάλο φως πίσω μου με είχε ήδη ζαλίσει. Στα αριστερά υπάρχει μια ουρά για την τουαλέτα, στρίβω δεξιά και μπαίνω στο σαλόνι, όπου οριακά δεν μπορώ να αναγνωρίσω τον χώρο: υπάρχουν πάρα πολλά σώματα όρθια ή καθιστά, πολλά μαύρα ρούχα ή φανταχτερά σε χρώμα και σχέδιο που χορεύουν στον ρυθμό ή πίνουν το ποτό από τα πλαστικά τους ποτήρια. Τι έγινε, καθιστοί; Δεν είναι όπως το περιμένατε; Προσπαθώ να ενταχθώ στο πλήθος που χορεύει αλλά ένα συμπαγές τείχος με εμποδίζει, κι έτσι στέκομαι πλάι στη βιβλιοθήκη και τους παρακολουθώ από μια απόσταση. Δίπλα μου έρχεται η Μ., με ένα περήφανο χαμόγελο στο πρόσωπό της. Είναι έτσι από τότε που μετακομίσαμε, με αυτό το ίδιο χαμόγελο πάνω στα χείλη της. Είτε κοιτάζει εμένα, είτε διακοσμούμε το σπίτι, είτε οργανώνουμε ένα πάρτυ σαν κι αυτό, εκείνο το χαμόγελο δεν λέει να ξεκολλήσει από πάνω της, κι ομολογουμένως/πίνει για να/ένα παρόμοιο χαμόγελο θα βλέπει λογικά και σε μένα. Την παίρνω αγκαλιά και γέρνω το κεφάλι μου στο δικό της, δημιουργώντας νοερά μια εικόνα στην οποία το σαλόνι κι ολόκληρο το σπίτι έχει μετατραπεί σε μια πολιτεία ολόκληρη κι όλη δική μας, μια πολιτεία που δεν έχει δωμάτια με λεκέδες αλλά είναι φανταχτερή και ολοζώντανη κι εμείς καθόμαστε από πάνω της αναπαυτικά. Την αφήνω κι επιστρέφω αργά προς την κουζίνα, ακολουθώντας ακριβώς την αντίθετη πορεία, μέχρι που θρονιάζομαι ξανά μπροστά στον νεροχύτη και ρίχνω το βλέμμα μου στο τραπέζι με τις δύο καρέκλες.

«Κανείς, κανείς, κ α ν ε ί ς, δεν βάζει σημαίες στην πίσω πλευρά», συνεχίζει βροντερά η Ε. «Κανείς δεν κοιτάζει τον ουρανό αν έχει μόνο σκοτάδι. Αν έχει πυροτεχνήματα θα δούμε πυροτεχνήματα. Αν έχει αστέρια, αναζητούμε τους σχηματισμούς τους. Όλοι στρέφουν τα μάτια στη φωτεινή επιφάνεια· και ποιος νοιάζεται τι γίνεται πίσω;.» Ο Ζ., στην απέναντι καρέκλα, δεν βγάζει κουβέντα, τον παρακολουθώ μέσα από το ποτήρι με αγωνία. Εναποθέτω μερικές ελπίδες μου πάνω του, όμως με απογοητεύει κοιτάζοντας το πάτωμα μέσα από το δικό του ποτήρι. «Κι εσύ, αγαπητέ μου, αχ έκανες ένα τεράστιο λάθος. Ποιος αφήνει μια σιγουριά για κάτι εντελώς αβέβαιο; Αφήνει ποτέ κανείς τη μεγάλη λεωφόρο προκειμένου να διασχίσει το σκοτεινό δρομάκι; Ααα, το αβέβαιο είναι σκοτάδι, έχει μόνο κινδύνους και πολλά πολλά τρωκτικά».

Κοιτάζω την Ε. και νιώθω πως θέλω να κολλήσω πάνω της σαν μαγνήτης. Η Μ. δίπλα μου δεν παίρνει χαμπάρι, η Μ. δίπλα μου δεν θα έπαιρνε χαμπάρι ακόμη κι αν άφηνα την Ε. να με καταπιεί ολόκληρο, εκεί μπροστά σε όλους. Φλερτάρω μαζί της όλη τη νύχτα, την κοιτάζω σαν να μην υπάρχει άλλο άτομο στο χώρο, την πλησιάζω μόνο και μόνο για να την ακουμπήσω, απεχθάνομαι ό,τι λέει, όμως σε κάθε ευκαιρία χορεύω μαζί της.

Φυσάει ψηλά τον καπνό γιατί αν η κουζίνα μυρίσει θα έχει παράπονα. Συνήθως απεχθάνεται το πρωινό τσιγάρο, όμως σήμερα είναι μια από εκείνες τις μέρες που μόλις έσβησε το ένα και θέλει αμέσως να ανάψει το επόμενο. Αν δεν κάνει αυτό, θα ανοίξει το ψυγείο και θα καταβροχθίσει τη χθεσινή τούρτα και αν δεν κάνει ούτε αυτό, τότε θα πάει ξανά στο κρεβάτι και θα κοιμηθεί μέχρι να/σταματήσει το φως/νυχτώσει.

Ο χώρος που μέχρι πριν λίγες ώρες ήταν γεμάτος με κόσμο και φασαρία, μοιάζει τώρα παράξενος. Το φως δεν έχει ανέβει ψηλά και άρα πέφτει άνισα πάνω στα αντικείμενα, αφήνοντας πράγματα –σχεδόν τη μισή κουζίνα– στη σκιά.

Κάθομαι απέναντι στην Ε. Πίνει για να σταματήσει το φως, ακούω να λένε ψιθυριστά γύρω μου, έχω καθίσει πράγματι με την πλάτη στο φως, την ακούω να μιλά και ξέρω πολύ καλά τι λέει, όμως δεν βρίσκω τα λόγια που θα τη σταματήσουν. Παίρνω αυτομάτως τη θέση της και κάθομαι απέναντί μου, κοιτάζω την πλάτη μου μες στο φως, κοιτάζω το πρόσωπό μου να σκοτεινιάζει. «Έχω μονίμως κάπου να πάω κι αυτό σημαίνει πως δεν μένω καθόλου εδώ» ακούω να λέω κι όσοι ήταν εδώ χθες το βράδυ, έχουν τώρα μαζευτεί σιωπηλά στην κουζίνα, γύρω μου, και με κοιτάζουν. Προσπαθώ να προσδιορίσω αν είμαι εγώ που κάθομαι στην σκοτεινή καρέκλα ή εγώ που κάθομαι στη γεμάτη με φως, όμως μου είναι αδύνατον να βρω τις δέκα διαφορές.

Αποφασίζω να κάνω όλες εκείνες τις ερωτήσεις που κανονικά θα έπρεπε να κάνει ο Ζ.: Έψιλον, γιατί ο σκύλος πεθαίνει μόνος του; Γιατί περιμένω να φύγετε όλοι, ώστε να ονειρευτώ ελεύθερα μέσα στο σκοτεινό μου σαλόνι; Τι είναι αυτό που αφήνω να καλπάζει μέσα μου τις νύχτες, κι ακούω μόνο τον βρυχηθμό του; Γιατί δεν κοιτάζω ποτέ το φεγγάρι όταν είναι γεμάτο; Γιατί είναι η καρέκλα μου στο σκοτάδι; ΄Έχω αρχίσει ν’ απεχθάνομαι το τσιγάρο και το ποτό και, Έψιλον, πού μας πηγαίνει όλο αυτό; Γιατί είσαι πάντα πιο χαρούμενη ενώ δεν κάνουμε τίποτα διαφορετικό; Έψιλον, πώς είναι να σε λούζει το φως; Τι προκάλεσε την ντροπή του, ώστε να φύγει την έβδομη μέρα; Έψιλον, γιατί τοποθετώ την καρέκλα μου στο σκοτάδι;

Ανάβει αμέσως το επόμενο και βαδίζει ξανά προς το ραδιόφωνο γιατί η σιωπή κράτησε πολύ. Μικρά και κοφτά βήματα ακούγονται στον διάδρομο.
«Έλα, ετοιμάσου, έχουμε δουλειές σήμερα», του λέει.
«Να πετάξουμε όμως πρώτα τις καρέκλες, λερώθηκαν», της λέει.
Ανοίγει το ραδιόφωνο και πατάει το κουμπί στην καφετιέρα.

Σχολιάστε