Βρυσοχώρι: το χωριό της καρδιάς μου


-στα λόγια και τις φωτογραφίες η Έλενα Ζιάβρα

Επισκέφθηκα το Βρυσοχώρι για πρώτη φορά την Πρωτομαγιά του 2019. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, από αυτούς που σου κόβουν την ανάσα. Είχαμε κανονίσει με τα παιδιά ένα μικρό οδοιπορικό στα Ζαγοροχώρια με τελικό προορισμό το Βρυσοχώρι, από όπου κατάγεται ο φίλος μας ο Δημήτρης και θα μας έκανε το τραπέζι στο καφενείο του χωριού. Ξεκινήσαμε από τα Γιάννενα και με τις απαραίτητες στάσεις, μετά από περίπου δυο ώρες φτάσαμε στο Βρυσοχώρι. Θα κάνω μια παρένθεση εδώ για να μιλήσω για τη διαδρομή. Μπορεί για τον οδηγό να είναι κουραστικό να οδηγάει σε ένα δρόμο με στροφές , αλλά για το συνοδηγό η διαδρομή είναι μαγική. Συγκεκριμένα, από το Σκαμνέλι (χωριό του Ζαγορίου) μέχρι να φτάσεις στο Βρυσοχώρι είσαι χαμένος μέσα στο δάσος. Η εναλλαγή πεύκου και ελάτου σε μπερδεύει, αλλά από ένα σημείο και μετά δε σε νοιάζει να τα ξεχωρίσεις. Σου αρκεί μόνο να τα βλέπεις. Κάτι τέτοιες στιγμές είμαι πραγματικά ευτυχισμένη και τυχερή που κατάφερα να δω κάτι απόκοσμο. Απλά κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και απολαύστε αυτή τη διαδρομή με το φως του ηλίου.

Φτάνοντας, λοιπόν, στο Βρυσοχώρι κάναμε μια μικρή βόλτα και μετακινηθήκαμε με γοργές κινήσεις στο καφενείο, μιας και δε βλέπαμε μπροστά μας από την πείνα. Αλλιώς σου ανοίγει η όρεξη στο χωριό βρε παιδί μου! Πιάσαμε ένα μεγάλο γωνιακό τραπέζι και οι πρώτοι μεζέδες άρχισαν να καταφθάνουν. Πατάτες τηγανητές, τζατζίκι, γαλοτύρι, μπουγιουρντί, σουβλάκια, λουκάνικα, άντε και δυο σαλάτες για να μη ξεφύγουμε. Εννοείται όλα αυτά τα συνοδεύσαμε με τσίπουρα και μπύρες. Ευχαριστούμε το Δημήτρη και τον θείο του τον Κώστα για την υπέροχη φιλοξενία. Μετά από όλο αυτό το φαγοπότι και το γέλιο, ήπιαμε από ένα ελληνικό καφεδάκι για να χωνέψουμε γιατί ο δρόμος της επιστροφής ήταν μπροστά μας. Φεύγοντας, γύρισα και κοίταξα αυτό το μικρό χωριό, που μου είχε κλέψει την καρδιά και ήμουν σίγουρη πως θα τα ξαναλέγαμε σύντομα.

Το γραφικό Βρυσοχώρι ανήκει στο Κεντρικό Ζαγόρι και είναι το πιο απομακρυσμένο χωριό του  Ζαγορίου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 940 μ. και πήρε το όνομα του από τα πολλά νερά που αναβλύζουν στην περιοχή και σχηματίζουν πηγές, ρυάκια, ρέματα και χειμάρρους. Το χωριό βρίσκεται ανάμεσα από τη 2η και την 5η ψηλότερη κορυφή της Ελλάδας (Σμόλικας 2.637 μ. και Τύμφη 2.497 μ.) και φυσικά ανάμεσα από τις δύο Δρακόλιμνες των βουνών αυτών. Ίσως είναι από τα λίγα μέρη στην Ελλάδα, στο οποίο μπορείς να δεις χιόνι 365 μέρες το χρόνο, μιας και στους πρόποδες του βουνού υπάρχουν μεγάλα κομμάτια παγετώνων που δε λιώνουν ούτε με τους καύσωνες του καλοκαιριού. Η ξεχωριστή αρχιτεκτονική των σπιτιών του χωριού δεν έχει διατηρηθεί παρά μόνο σε ελάχιστα σπίτια και αυτό γιατί το χωριό έχει καεί τρεις φορές τη δεκαετία του 1940. Δύο από τους Γερμανούς και μία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Είναι ένα από τα λίγα χωριά που θα σε σκλαβώσουν γιατί είναι αυθεντικό και δεν έχει χάσει το χαρακτήρα του από το μαζικό τουρισμό.

Και έφτασε η ώρα που θα ξαναγυρνούσα σε αυτό το χωριό που είχα ερωτευθεί τόσο αβίαστα.  Τέλη Αυγούστου είχαμε πληροφορηθεί ότι γίνεται η καθιερωμένη γιορτή ζαγορίσιας πίτας και εννοείται οργανωθήκαμε και ξεκινήσαμε την εξόρμηση μας. Νωρίτερα είχα μιλήσει με το φίλο μας το Δημήτρη για το αν θα μπορούσε να  μας φιλοξενήσει. Δέχτηκε με μεγάλη χαρά και μείναμε σε ένα από τα πιο ωραία σπίτια του χωριού. Θέλω να ευχαριστήσω το Δημήτρη και όλη την οικογένεια του, που μας άνοιξαν το σπίτι τους και μας περιποιήθηκαν.

24 – 25 Αυγούστου 2019

Ένα από τα πιο αξέχαστα Σαββατοκύριακα ξεκινούσε. Το προηγούμενο βράδυ είχαμε ετοιμάσει τις πίτες με τη βοήθεια των μαμάδων μας. Εγώ έφτιαξα μακαρονόπιτα και η ξαδέρφη μου μπατσαρή ή αλλιώς μπατσαριά. Φορτώσαμε τα πράγματα και τις πίτες μας στο αμαξάκι και ξεκινήσαμε. Πριν από την άφιξη μας στο Βρυσοχώρι αποφασίσαμε να κάνουμε μια στάση στο Ηλιοχώρι, ένα χωριό πριν το Βρυσοχώρι και να επισκεφθούμε τους περίφημους καταρράκτες. Μόλις φτάσαμε στο χωριό, πληροφορηθήκαμε ότι έχει πιάσει φωτιά σε κοντινή απόσταση από τους καταρράκτες. Το συζητήσαμε για το αν θα ήταν σωστό να κατέβουμε και αποφασίσαμε να ρισκάρουμε! Η απόσταση από το χωριό μέχρι τους καταρράκτες είναι περίπου 45 λεπτά με τα πόδια. Στην κατάβαση τα πράγματα είναι πιο εύκολα, αλλά και η ανάβαση παλεύεται γιατί η διαδρομή δεν είναι πολύ μεγάλη. Το μονοπάτι μέχρι τους καταρράκτες είναι πανέμορφο, μέσα στο πράσινο που δε χορταίνεις να θαυμάζεις. Φτάνοντας στους καταρράκτες, τα παιδιά βούτηξαν στα παγωμένα νερά. Μιας και εγώ δεν αποδείχτηκα αρκετά τολμηρή, φωτογράφιζα το μαγικό τοπίο. Η ατμόσφαιρα άρχισε να μυρίζει πιο έντονα λόγω της πυρκαγιάς, οπότε μετά από ένα μισάωρο επιστρέψαμε στο χωριό και συνεχίσαμε για τον τελικό μας προορισμό, το Βρυσοχώρι.

Φτάνοντας στο Βρυσοχώρι, νωρίς το απόγευμα, κάναμε ένα ντουζάκι και ετοιμαστήκαμε για τη γιορτή της ζαγορίσιας πίτας. Πήγαμε πιο νωρίς για να παραδώσουμε τις πίτες μας και να βοηθήσουμε όπου μας χρειάζονταν. Η ώρα περνούσε γρήγορα και ο κόσμος άρχισε να καταφθάνει. Μετά το καλωσόρισμα, ο πρόεδρος του συλλόγου (κ. Θύμιος) παρουσίασε μία μία τις γυναίκες που παρέδωσαν τις πίτες τους. Μέσα σε αυτές ακούστηκαν και τα δικά μας ονόματα. Μπορεί να μην είμαστε από αυτό το χωριό, αλλά όλοι τους μας αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή. Όλες οι γυναίκες πήραν ως δώρο αναμνηστικά μαχαίρια και ξεκίνησε ο πρώτος χορός των γυναικών. Χορέψαμε όλες μαζί και εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι αυτό είναι το χωριό της καρδιάς μου. Μετά το χορό έκανα ένα διάλειμμα για την απαραίτητη τροφοδοσία, γιατί νηστικό αρκούδι δε χορεύει. Στη συνέχεια, είχε έρθει η ώρα να μοιράσουμε τις πίτες σε όλα τα τραπέζια και όσο τις μοιράζαμε, τσέκαρα φευγαλέα αν έχουν δοκιμάσει από την πίτα μου! Για την ιστορία, από αυτή την πίτα δεν πρόλαβα να φάω ούτε ένα κομμάτι. Και μετά τις πίτες, σειρά είχαν τα λαχεία. Μοιράσαμε όλα τα λαχεία που μας είχαν δώσει και ως αντάλλαγμα μας έδωσαν και από δύο λαχεία στην καθεμία. Που να ήξερα ότι το ένα από αυτά θα ήταν το τυχερό μου! Και από τα 20 δώρα της λαχειοφόρου εγώ κέρδισα 15 κιλά πλαστικό χρώμα εσωτερικής χρήσης! Μπορείτε να καταλάβετε πόσο γέλιο ρίξαμε στην παραλαβή του δώρου μας. Όσο περνούσε η ώρα, η θερμοκρασία άρχισε να πέφτει όλο και πιο πολύ. Ο χορός ήταν η μόνη λύση για να ζεσταθείς, οπότε λίγες ήταν οι στιγμές που καθίσαμε εκείνο το βράδυ. Όσο εγώ και η ξαδέρφη μου χορεύαμε, ένιωθα τύψεις που αφήσαμε τον ξάδερφο μου μόνο του στο τραπέζι. Γύρισα και τον είδα να μιλάει με τον παππού του φίλου μας του Δημήτρη. Εκείνο το βράδυ πρέπει να έμαθε πολλές ιστορίες από τα παλιά, ζήλεψα λίγο, αλλά την καρδιά μου την είχε κερδίσει το ηπειρωτικό κλαρίνο. Και αφότου, ο χορός και το γλέντι τελείωσε γύρω στις 4 το ξημέρωμα, ένα δεύτερο γλέντι ξεκίνησε μέσα στο καφενείο του χωριού. Όσοι είχαν απομείνει ξύπνιοι, συνέχισαν τη βραδιά με επιτυχίες της δεκαετίας του 2000. Από Δέσποινα Βανδή μέχρι Σταμάτη Γονίδη και πάει λέγοντας, η μπύρα μετατράπηκε σε ουίσκι και εμείς χορεύαμε πίσω από τη μπάρα.

Περίπου τέλη Σεπτέμβρη έφτασε στα χέρια μου η εφημερίδα του χωριού και με χαρά είδα ότι ήμασταν και εμείς μέσα! Πώς να μη νιώσεις ότι αυτό το χωριό σε αγκαλιάζει χωρίς δεύτερη σκέψη και ας είσαι «ξένος». Εννοείται πως γίναμε συνδρομητές της εφημερίδας, γιατί μπορεί να μην είμαστε από αυτό τον τόπο, αλλά είναι σημαντικό να στηρίζουμε τέτοιες προσπάθειες. Οι τοπικές εφημερίδες κάνουν εξαιρετικό έργο και φτάνουν μέχρι την άκρη της γης, φέρνοντας με αυτό τον τρόπο την πατρίδα λίγο πιο κοντά στους ξενιτεμένους. Εύχομαι να μη χρειαστεί ποτέ να αφήσω τον τόπο μου…

Κάποιους τόπους τους αγαπάς χωρίς πολλά πολλά. Ελπίζω να έχετε κι εσείς έναν τέτοιο τόπο μέσα στην καρδιά σας. Θα χαιρόμουν πολύ αν τον μοιραζόσασταν και μου λέγατε όλα όσα νιώθετε για τον τόπο σας. Σίγουρα υπάρχουν πολλά όμορφα μέρη στην Ελλάδα, αλλά κάποια από αυτά είναι ξεχωριστά για τον καθένας μας. Και ξεχωρίζουν τόσο για το τοπίο τους, όσο και για τους ανθρώπους τους. Γιατί ωραία τα δένδρα και τα βουνά, αλλά οι άνθρωποι κάνουν τους τόπους ιδιαίτερους και μοναδικούς.

Φέτος μπορεί να μη καταφέραμε να πάμε στην καθιερωμένη γιορτή ζαγορίσιας πίτας λόγω της κατάστασης, αλλά εύχομαι να ανταμώσουμε του χρόνου και να πονέσουν τα πόδια μας από τον χορό!

Υ. Γ. Εννοείται πως όσο γράφω το άρθρο ακούω ηπειρωτικό κλαρίνο μέχρι να πονέσουν τα αυτιά μου! Από αυτό το καλοκαίρι, πιο πολύ από όλα μου έλειψαν τα πανηγύρια, η μουσική, ο χορός, τα σουβλάκια, οι μπύρες, ο χαλβάς Φαρσάλων και φυσικά το άραγμα κάτω από τον πλάτανο όσο ακούς το κλαρίνο να κάνει τα δικά του…

Το Λενιώ σας στέλνει μεγάλο φιλί!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s