χοτέλ μπαλάσκα


-στα λόγια ο Νίκος Σταϊκούλης

Χαζοταινίες στην τιβί
που όλο σοβαρεύουν
κερδίζουμε στοιχήματα μικρά
και κάπως έτσι νιώθουμε μεγάλοι
αυτός ο κόσμος σε ροκανίζει αργά
θυμάται πού ήσουν
θυμάται τι δεν έκανες
τύπισσα που διαβάζει ένα βιβλίο
κι ελύτης που τον κάνω τασάκι
και πρέπει να λερωθώ
για να γίνει κάτι καλό
εννοώντας την ποίηση
κι όλοι στρίβουν τα τσιγάρα τους με φόβο

άσε τα παιδιά να παίξουν λέει
δεν ξέρει τι λέει
δεν έμειναν παιδιά σ’ αυτή τη γενιά
κι η αθωότητα είναι λίγη
πίνει κρασί στο ίδιο ποτήρι που έπινε το ντεπόν
σοβαρά να πιάνεις το μολύβι
σοβαρά να πιάνεις το παιδί
να του μιλάς όπως πρέπει
ουάου τα δέντρα δεν είναι
δεν είναι ουάου τα ποτά
ο ήλιος που καίει το μεσημέρι
ανάβει μέσα μου ένα άγχος ακατανόητο
φωνάζει η αλεπού γιατί ξέρει να κινείται
ξέρει να τρώει και να χοροπηδά

θέλω να ακούσω μια φωνή το δειλινό
που θα με πάει παραπέρα
και να την αρνηθώ
βρέξε τα πόδια σου αγάπη μου
κι άσε την καρδιά σου να κοιμηθεί
με ησυχία
μην την κλωτσάς εδώ κι εκεί
γιατί είναι ακατανόητο και κάπως γελοίο

κι αν καλοκαίρια μέτραγες
κι αφάνιζες καιρούς
τώρα ένας φουσκωμένος ουρανός
ρουφά όλο σου το οξυγόνο
ένας μεγάλος ουρανός που σε γεμίζει δέος

μια ζωή που επανεκκινεί
είναι ένα χάος χαωμένο στα δύο
περίμενα πως δεν θά ‘χει χείμαρρο εδώ
όμως είμαι ήδη μισός μες στο νερό
κι ο αναλφαβητισμός μου
φωλιάζει στα χέρια μου όσο ψάχνω την άκρη
περιγραφή η τιβί να πυροβολά τις εικόνες
περιγραφή το μπαλκόνι με την νέον επιγραφή
χοτέλ μπαλάσκα είναι η μόνη περιγραφή
που μπορεί αυτή τη στιγμή να με χωρέσει
την ώρα που όλο το πορτοκαλί
έχει αδειάσει την πόλη
τι την περίμενα τόση νύχτα
νύχτα λευκό κι ουδέτερο
τα μυαλά της δικής μου γενιάς
περνούν τη νύχτα τους
μέσα σ’ ένα περιπολικό
κατηγορούμενα ως ψυχικά ασθενή
κι αυτά ζητούν αγέρωχα λεπτομέρειες
για άλλους κατηγορούμενους
μήπως και γράψουν αυτό το βιβλίο

όμως εγώ δεν είμαι εκεί
εγώ δεν ξέρω τι θα κάνω μ’ εσένα
εγώ δεν ξέρω τι θα κάνω μ’ εμένα
απόλυτο κενό μέσα στο στήθος μου
γι’ αυτό και κάνει γδούπο η καρδιά μου όταν πέφτει
αν είχα την επιλογή
θα σταματούσα τώρα
θα έκανα ριστάρτ
σ’ ένα ασφαλές σημείο πιο πίσω
μα φοβάμαι πως αν γυρίσω στην παιδική μου ηλικία
θα βαρεθώ
είναι απαραίτητο να κατηγορήσω τον εαυτό μου
για να αλλάξει κάτι;
σκάβω στο λάθος σημείο;

αφήνεις την απόφαση σ’ εμένα
και, αγάπη, δεν είμαι έτοιμος γι’ αυτό
ακόμη κοιμάμαι στην κρυψώνα που μ’ άφησες
ακόμη γράφω ποιήματα που δεν θέλω
κι όλο ερημώνει η πόλη που μού ‘δωσες
κι ακόμη δεν ξέρω άδεια τι να την κάνω.

Σχολιάστε