«Η μονωδία της έρημος», του Ζ. Δ. Αϊναλή


-στα λόγια ο Νίκος Σταϊκούλης


«Ίσως και να δεις τότε την πόλη που για σένα ονειρεύτηκα να παίρνει σάρκα και οστά, να υψώνεται σιωπηλά λιθαράκι λιθαράκι στην ερημιά, μακριά απ ’το σκοτάδι τα τσακάλια τον φόβο την παγωνιά. Ίσως και να δεις τότε την πόλη που για σένα ονειρεύτηκα να συνθλίβει την αθλιότητα, τους μισθοφόρους νομάδες που εφορμούσανε κατά κύματα πάνω μας έφιπποι για χίλιες χιλιάδες χρόνια πολλά, τα όρνια τις ύαινες και τ’ άλλα πτωματοφάγα κτηνά. Ίσως και να δεις τότε σύσσωμο το σώμα της πόλης να ορθώνεται και να προτάσσει τα δόντια στους δράκοντες γυμνά – έρκος πυρίκαυστο η αξιοπρέπεια στη σκοτεινιά. Ο φόβος είναι μια αρρώστια που τρωγαλίζει την καρδιά. Μην πάρεις τούτο τον δρόμο – φέρνει σε μέρη απάνθρωπα, σκληρά. Φώναξε, ούρλιαξε, με νύχια γυμνά χίμα και χτύπα, δάγκωσε το χτήνος στ’ αχαμνά.»


Εικόνες που δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μυστική, παραμυθιακή,  και λόγια που περισσότερο σε διψάνε παρά σε ποτίζουν. Το βιβλίο του Ζ. Δ. Αϊναλή «Η μονωδία της έρημος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος (2019) αποτελείται από 20 θραύσματα πεζού λόγου που συνθέτουν τελικά ένα ενιαίο ποιητικό αφήγημα. Ο συγγραφέας διατρέχει με τον λόγο του θέματα όπως η αίσθηση της πατρότητας, η ευθύνη, ο κίνδυνος ή ο φόβος, ωστόσο αυτό που παραμένει στην τελική εντύπωση είναι πως πρόκειται για μια βαθιά εξομολόγηση στον ίδιο του τον εαυτό ή την προσπάθεια κάποιου να εξιστορήσει ένα όνειρο που μόλις είδε.
Αν και ο τρόπος γραφής και η μορφή του κειμένου θυμίζει γράμμα ερωτικό, «μονογραμμικό», εδώ έχουμε περισσότερο να κάνουμε με μια υπαρξιακή καταβύθιση, με ένα εξομολογητικό και υπερρεαλιστικό παραμύθι.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι σε μεγάλο βαθμό εξεζητημένη, με λεξιπλασίες και μια ποιητική φόρμα παλιάς κοπής, που ακροβατεί ανάμεσα σε όρους καθημερινούς, λαϊκούς και σε λέξεις αρχαΐζουσες, πράγμα που κάνει την ανάγνωση κάπως απαιτητική. Οι μεταφορές και οι εκφράσεις ξεκινούν από το καθημερινό και καταλήγουν σε ένα επίπεδο υπερβατικό, υπερρεαλιστικό, μέσα από στοιχεία θρησκευτικά, αφηρημένα, ασυνείδητα. Σαν αναγνώστης είχα συχνά την αίσθηση πως «σκόνταφτα» όπως σε βότσαλο σε μια παραλία.
Στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, το βιβλίο ντύνεται με ένα πολύ καλαίσθητο έργο από την Ελένη Ρουσοπούλου, που τόσο το χρώμα του όσο και το σχέδιό του θυμίζουν κάτι από παραμύθι, αποτυπώνοντας ακριβώς όπως πρέπει τα λόγια του Ζ. Δ. Αϊναλή. Η θραυσματική μορφή του κειμένου, η γραμματοσειρά και το στήσιμο ανά σελίδα, δεν μπουχτίζουν καθόλου τον αναγνώστη και δημιουργούν ένα μινιμαλιστικό και πολύ ελκυστικό αποτέλεσμα.

Το bottom line: Αν σας αρέσει η συνειρμική, αφηρημένη γραφή και θέλετε ένα τρυφερό ποιητικό αφήγημα, τότε σίγουρα αξίζει να το διαβάσετε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s