-στα λόγια η Γωγώ Λιανού
Οι αληθινοί άνθρωποι, ζουν στα στενά της Ομόνοιας.
Κοκκαλώνουν κάτω από κούτες πολυεθνικών και ΣΙΑ.
Εμείς τους περνάμε για περιστέρια κι έτσι ρίχνουμε τα ψίχουλα απ’ το φαγητό μας.
Εκείνοι είναι πιο έξυπνοι.
Όταν πεθαίνουμε, γίνονται όρνεα και τρώνε απ’ το μοσχοαναθρεμένο μας κουφάρι.
Οι αληθινοί άνθρωποι δεν πίνουν ούζο, αλλά κρασί σ’ ένα συντριβάνι στρογγυλό που δε βγάζει ποτέ νερό.
Πεθαίνουν από κίρρωση του ήπατος μια Κυριακή πρωί με πεντακάθαρα συκώτια.
Τους σερβίρουν στων άλλων τις κηδείες, πάντα μετά την εκκλησία, έτσι για το συγχώριο.
Οι αληθινοί άνθρωποι, αναρωτιούνται αν υπάρχουν κι αυτό τους κάνει αληθινότερους, ανηθικότερους για τις πολυεθνικές και ΣΙΑ.
Στα στενά της Ομόνοιας.
Εκεί που ένστολες κραυγές για βοήθεια, δεν έχουν καμία σημασία.
Γιατί κανείς δεν παίρνει το τρυφερό κρέας απ’ τα όρνεα.
Σαν το αρνί το Πάσχα.
Θα το έτρωγαν ακόμη και ωμό για να τηρήσουν την παράδοση.
Θα το έτρωγαν ακόμη και ωμό, απ’ το να δώσουν ένα μισαδάκι στη σκύλα, που οι θηλές της κρέμονται απ’ το άρμεγμα που της κάνουν τα κουτάβια της.
Οι αληθινοί άνθρωποι, φορούν περικεφαλαία όλα τους τα μειονεκτήματα.
Τα νεύρα, τα ξεσπάσματα, τα ψυχιατρικά, τα ψυχολογικά, τα σπασμένα άκρα και πόδια, τη σπασμένη τους καρδιά.
Τινάζουν στον αέρα σαν πυροτεχνήματα το αίμα που τους μένει και κομμάτια σκισμένης κούτας, από κάποια πολυεθνική και ΣΙΑ.
Οι αληθινοί άνθρωποι, έγιναν αληθινοί, απ’ τα ερωτηματικά που έβαλαν γύρω απ’ την ύπαρξη τους.
Αυτό τους σκότωσε.
Οι αληθινοί άνθρωποι πεθαίνουν νέοι, γιατι είναι αληθινότεροι από τους άλλους εκεί έξω.
Κανείς δε κλαίει στην κηδεία.
–φωτογραφία από Pinterest–
