Ανάποδα [ 11]


-στα λόγια ο Νίκος Σταϊκούλης

Με τον καιρό οι καφέδες έγιναν παραδόξως πολλοί και η ευχαρίστηση του Χ. αυξανόταν με σταθερό ρυθμό για την νέα του παρέα. Αρχικά ήταν κι οι δύο αρκετά μαγκωμένοι, καχύποπτοι, διότι δεν ήξεραν τι είχαν να αντιμετωπίσουν απέναντί τους. Άλλωστε πάγια τακτική του Χ. ήταν να διατηρεί τις άμυνες του, ώστε σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά να έχει προλάβει να απομακρυνθεί, να μην έχει αναπτύξει ιδιαίτερους δεσμούς, και να καταφέρει να φύγει αλώβητος.
Οι συζητήσεις τους, αν και αρχικά περιστρέφονταν γύρω από καθημερινά πράγματα ή κοινά ενδιαφέροντα, μοιραία επικεντρώθηκαν σε κοινές εμπειρίες και στον τρόπο που αντιλαμβάνονταν ορισμένα πράγματα γύρω τους. Ειδικότερα, στην κοινή, όμοια αντίληψή τους για τον κόσμο. Ο Χ. προσπαθούσε μάλιστα συνεχώς, με τρόπους υψηλής διπλωματίας, να αντλήσει όλο και περισσότερα στοιχεία, χωρίς ωστόσο να προδώσει πολλά από αυτά που χαρακτήριζαν τον ίδιο. Ήθελε να μάθει χωρίς να κινδυνέψει.
Ένα από τα πολλά βράδια που βρίσκονταν οι δυο τους στο σπίτι του Χ., αφού μοιράζονταν και μια απέχθεια για τις μεγάλες παρέες, καθώς η ώρα και η συζήτηση ήταν πολύ προχωρημένη, άναβαν το χιλιοστό τσιγάρο όταν ο Φ. (το όνομα του νέου φίλου) αποφάσισε να εκμυστηρευτεί στον Χ. την προσωπική του κρυφή ιστορία. Ήταν από εκείνες τις στιγμές, κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής κουβέντας, που νιώθεις τον αέρα γύρω σου τόσο πυκνό που μπορείς να τον κόψεις με μαχαίρι. Που οι μύες του σώματός σου ξεκινούν να τρέμουν ανεξέλεγκτα, παρά το γεγονός ότι δεν έχει καθόλου κρύο.
Ο Φ., όπως άρχισε να αφηγείται, είχε γεννηθεί, λοιπόν, με μία σπάνια ασθένεια που τον έκανε να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά, αντίστροφα από τους άλλους: οι λέξεις που διάβαζε ήταν διαφορετικές από αυτές που άκουγε να του λένε, οι άνθρωποι που εμφανίζονταν ως ψηλοί, σε αυτόν φαίνονταν μάλλον αρκετά κοντοί, και όλοι περπατούσαν στο ταβάνι. Ο κόσμος ήταν πράγματι έτσι μέχρι να γνωρίσει την άλλη οπτική. Σταδιακά λοιπόν, γεννήθηκε η διάσταση ανάμεσα στον κόσμο που αντιλαμβανόταν και στον κόσμο που του αφηγούνταν, και μαζί με αυτήν γεννήθηκαν και οι συγκρούσεις. Οι δικοί του άνθρωποι πάντως έδειχναν αρχικά μεγάλη ανοχή και καρτερικότητα σε αυτό του το χαρακτηριστικό, χωρίς να λαμβάνουν ιδιαίτερα δραστικά μέτρα. Έπειτα όμως από μια ακόμη σύγκρουση και το μεγάλο ξέσπασμά της, στην οποία λίγο έλειψε να χαθεί από ατύχημα κάποια ζωή, ο τρόμος και η ανησυχία τους μεγάλωσαν, κι έτσι αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν την ασθένειά του δυναμικά. Ο ειδικός γιατρός στον οποίο τον πήγαν για να τον εξετάσει, του έδωσε αυτά τα γυαλιά «για να βλέπει τον κόσμο όπως είναι, να μην μπερδεύεται».

Τα λόγια αυτά ήταν μια αποκάλυψη για τον Χ. Όλον το προηγούμενο καιρό ο κόσμος αποτελούσε μια πραγματική αγωνία γι’ αυτόν και δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί πως θα υπήρχε έστω κι ένας ακόμη άνθρωπος που θα μπορούσε να τον καταλάβει τόσο βαθειά, τόσο δομικά. Είχε βρεθεί ξαφνικά μπροστά σε μια αποκαλυπτική αλήθεια, μπροστά σε ένα θαύμα, ένα εργαλείο για την ύπαρξή του, το οποίο δεν είχε ιδέα πώς να διαχειριστεί. Οι άμυνές του αυτομάτως έπεσαν. Άρχισε και ο ίδιος να του εξιστορείται τις δικές του εμπειρίες, τα τρομακτικά γεγονότα που έζησε, την τεράστια και ξαφνική αλλαγή που τον είχε βρει. Του μίλησε για το πώς κατέληξε κι ο ίδιος να φοράει αυτά τα παράξενα γυαλιά. Οι δυο τους μιλούσαν και μιλούσαν, έλεγαν ξανά και ξανά τα γεγονότα και όλο αναφωνούσαν «Ναι!» και «Αυτό ακριβώς!» καταλαβαίνοντας σταδιακά πόσα τους ένωναν.
Όταν δεν είχε μείνει πλέον σχεδόν τίποτα άλλο να πουν, και αφού είχαν κουραστεί από την πολύωρη κουβέντα, ο νεαρός ετοιμάστηκε και έφυγε, με σκοπό να πάνε και οι δύο επιτέλους για ύπνο. Ο Χ. όμως έμεινε λίγο ακόμη ξύπνιος, ανάβοντας ένα τελευταίο αυτή τη φορά τσιγάρο, και προσπάθησε ήρεμα να αφομοιώσει όλα αυτά που του είχαν αποκαλυφθεί, περπατώντας γύρω γύρω στο δωμάτιο, μέσα στην απόλυτη σιωπή της βαθειάς νύχτας.

Δεν είναι παράξενο λοιπόν, που όσο περνούσε ο καιρός οι νέοι δένονταν όλο και περισσότερο. Κανόνιζαν τις εξόδους τους μαζί, αν δεν έβγαινε ο ένας δεν έβγαινε ούτε κι ο άλλος, προγραμμάτιζαν να τρώνε καθημερινά μαζί, να κάθονται ως αργά το βράδυ ακούγοντας μουσική. Είχαν γίνει κανονικοί, τυπικοί κολλητοί. Διαμορφωνόταν σταδιακά η αίσθηση πως οι δύο τους αποτελούσαν μια συμπαγή ομάδα που δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο και για κανέναν λόγο να διασπαστεί. Τις σπάνιες φορές που κανόνιζαν με τρίτους κάποια έξοδο ήταν δεδομένο πως όταν προσκαλούσες τον έναν προσκαλούσες αυτοκόλλητα και τον άλλον.
Μέσα σε όλη αυτή τη ρουτίνα και με τη συνεχή πρόοδο της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, συνέχισαν να συζητούν για τις εκδηλώσεις του ιδιαίτερου χαρακτηριστικού τους, που πλέον είχε χάσει αυτή τη ρετσινιά του και είχε γίνει κατά κάποιο τρόπο ένα προνόμιο, μία σημαντική ικανότητα στα κλειστά πλαίσια μιας μικρής αγέλης που τους ξεχώριζε από τους άλλους. Οι αποκαλύψεις για το παρελθόν και τις σημαντικές τους εμπειρίες συνεχίζονταν, με μεγαλόπνοες συζητήσεις. Ο νεαρός έλεγε για παράδειγμα στον Χ. ότι ποτέ του, από μικρός έως ακόμη και με τη χρήση των γυαλιών, ποτέ του δεν είχε δει τον ήλιο. «Οι άνθρωποι όλο λένε και ξαναλένε για αυτόν τον ήλιο μα εγώ ποτέ δεν είδα τίποτα άλλο στον ουρανό πέρα από απέραντη συννεφιά!», έλεγε έντονα. «Δεν υπάρχει, δεν υπάρχει ο ήλιος!» Άρα, συνέχιζε, δεν υπήρχε ούτε κάτι σαν αυτό που ονομάζουν καλοκαίρι. «Ο κόσμος όλος ψεύδεται, ο κόσμος όλος πλανάται. Οι άνθρωποι είναι όλοι τους ανόητοι, είναι ανώριμοι, πιστεύουν σε ένα ψέμα αντί να πιστέψουν στην καρδιά που χτυπάει μέσα στα σύννεφα. Ο κόσμος είναι ακριβώς όπως τον βλέπουμε εμείς. Η αλήθεια βρίσκεται μέσα στα σύννεφα, μέσα στη βροχή.»
Οι μέρες κυλούσαν λοιπόν έτσι και όλο και περισσότερο τους γινόταν φανερό πως είχαν δίκιο. Επηρεάζοντας και υποστηρίζοντας ο ένας τον άλλον προς αυτή την κατεύθυνση, δημιουργούσαν σταδιακά την αίσθηση ενός δικού τους, κλειστού κόσμου, μέσα στα όρια του οποίου το χάρισμά τους τούς έδειχνε την αλήθεια, περιορίζοντας έξω από τα όρια του όποιον δεν μπορούσε να την δει. Χλεύαζαν και περιφρονούσαν κρυφά τους υπόλοιπους, ο νεαρός είχε μάλιστα ήδη φτάσει να απαρνηθεί τα γυαλιά του, σπάζοντάς τα μέσα σε μια κρίση ενθουσιασμού.
Έτσι ο Χ. πήρε κι αυτός τη δική του απόφαση: να πιστέψει ολοκληρωτικά στον κόσμο που έβλεπε.

Συνεχίζεται-

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s