Η πιο ζεστή χώρα του κόσμου: ο λαιμός της
Συντάκτης: nikosstaik
Όμως τα μάτια
Όμως τα μάτια μου όταν σε βρήκαν λες κι ανακάλυψαν επιτέλους τη μόνιμη θέση τους
Απέναντι
Η ποίηση σε δελεάζει με την εξομολόγηση και τα τσιγάρα. Σου λέει: «Έλα μπες, καλωσήρθες. Κάπνισε όσα τσιγάρα θέλεις. Μα δεν σε ρώτησα, καπνίζεις; Θα καπνίσεις.
Πολύ πρωί – δεν θυμάμαι ποιο
το χειρότερο απ’ όλα είναι πως δεν σου μιλάω δεν σου στέλνω πια ποιήματα ούτε κι εσύ τραγούδια δεν γράφω πια
Το κρέμασμα
Παρέμενε έτσι κρυμμένος στις σκιές, ακριβώς έξω από την αυλή του σπιτιού, ώσπου η κοπέλα να ετοιμαστεί για ύπνο. Δεν ακουγόταν κάποια φασαρία μέσα από το σπίτι.
Αύριο
Κι η ποίηση θα μού ‘ρθει αύριο. Κι η σκέψη θα μού ‘ρθει αύριο.
Απόγευμα, διαμέρισμα
Κάποιος άλλος μου υπαγορεύει στο κεφάλι μου τι να γράψω. Αρκετά κάθισε λέει και με προειδοποιεί πως τώρα πια δεν θα σωπάσει.
Καρφί
Είμαστε η ανυπότακτη πολιτεία. Είμαστε τα ποιήματα στο δρόμο. Είμαστε το ουρλιαχτό. Είμαστε το γυμνό σώμα.
Μπλε
Με τον καιρό το έμαθα, έδωσα το όνομά του κι όλοι μου έλεγαν: «το ψάρι σου είναι μπλε και πρέπει να το αλλάξεις.»
Νύχτα 99η
αμέθυστο ήταν, φοβήθηκε τον θάνατο το δόλιο, προχώρησε μέσα στο κρύο, καλύτερα λέει να μην πεθάνω απόψε, μπορεί τελικά και να’ ταν μεθυσμένο, ποιο σώμα δεν θέλει να πεθάνει απόψε;
