[Σκηνή 8] | Ισμήνη Κατσάβαρου

Τα μάτια μου μισόκλειστα και ελαφρά, αφού το φως πλέον δεν αντανακλά στο βλέμμα μου αλλά στην αριστερή πλευρά λίγο πιο πάνω από το στήθος μου. Μάλλον η στάση του σώματος άλλαξε και το φως βρήκε την ευκαιρία να τρυπώσει σε άλλο σημείο. Μόνο που να, πώς να στο πω, σε εκείνο το σημείο η διευθέτηση άργησε να υπάρξει.

Εσύ κι η γαμωάνοιξη

Μετά με ρωτάς τι γίνεται Τι θες να σου πω με πέθανες στην Άνοιξη πως όλο θα ‘ρθει, πως όλο θα ‘ρθει κι απ’ τις τόσες φορές που το πίστεψα ήρθε κι ούτε με νοιάζει.

Απέναντι

Η ποίηση σε δελεάζει με την εξομολόγηση και τα τσιγάρα. Σου λέει: «Έλα μπες, καλωσήρθες. Κάπνισε όσα τσιγάρα θέλεις. Μα δεν σε ρώτησα, καπνίζεις; Θα καπνίσεις.